Η Λένα Ντάναμ, η δημιουργός του επιτυχημένου “Girls”, αποκαλύπτεται στο νέο της βιβλίο, “Famesick”, προσφέροντας μια ειλικρινή ματιά στις προκλήσεις της φήμης, τις περίπλοκες σχέσεις και την προσωπική της μάχη με την ευαλωτότητα και τη δύναμη. Η συγγραφέας και σκηνοθέτις, που βρίσκεται στα πρόθυρα των 40, μιλά από το διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, όπου περιμένει το αγαπημένο της πρωινό. Η τρέχουσα “σκοτεινή” της εποχή, όπως την περιγράφει, θυμίζει τη Τζέιν Ράσελ, ενώ το λαμπερό δέρμα της οφείλεται στην υβριδική μορφή του συνδρόμου Ehlers-Danlos, πάθηση του συνδετικού ιστού που της διαγνώστηκε το 2019.

Η Ντάναμ, που ζει πλέον στο Λονδίνο με τον σύζυγό της Λουίς Φέλμπερ, εξομολογείται ότι παρά την επιθυμία για ανωνυμία, οι ψευδώνυμοι παραμένουν απαραίτητοι, ακόμα και για απλές παραγγελίες. Ένας από αυτούς, η “Ρενάτα Χάλπερν”, που μοιράζεται με τους αναγνώστες του “Famesick”, αποκαλύπτεται ότι είναι η alter ego της Σαβάνα Γουίνγκο από το μυθιστόρημα “The Prince of Tides”. Η αποκάλυψη αυτή προκαλεί έκπληξη στην Ντάναμ, καθώς κανείς δεν είχε αναγνωρίσει μέχρι τώρα την αναφορά, παρά τις πολυάριθμες φορές που έχει χρησιμοποιήσει αυτό το όνομα.

Το “Famesick” καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής της Ντάναμ, από την πρώιμη έκθεσή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις πιέσεις μιας επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς, μέχρι τις μάχες της με την ενδομητρίωση, τον εθισμό σε συνταγογραφούμενα φάρμακα, τις δυσλειτουργικές σχέσεις, αλλά και τη μοναξιά που προέκυψε από την επιτυχία. Παρόλο που η Ντάναμ περιγράφει τον εαυτό της ως υπερευαίσθητη και αγχώδη, η συνέντευξη αποκαλύπτει μια γυναίκα με ατσάλινη θέληση, ικανή να διαχειριστεί τεράστιο φόρτο εργασίας σε υψηλό επίπεδο.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια, σπάνια αίσθηση χιούμορ και μια σχολαστική προσέγγιση στην εμπειρία της φήμης. Η Ντάναμ αναφέρεται σε περιστατικά που την έφεραν αντιμέτωπη με τον διαδικτυακό χλευασμό, την κριτική για την εμφάνισή της, την φωνή της, τις πολιτικές της θέσεις, αλλά και την ίδια την ύπαρξή της. Αντί να απομακρυνθεί, επέλεξε να παραμείνει “ανοιχτή”, μια στάση που εξηγεί ως συνέπεια της εθιστικής της προσωπικότητας και της ανάγκης για θετική επικύρωση, που εναλλάσσεται με την αδρεναλίνη της αρνητικής κριτικής.

Συγκρίνοντας την εμπειρία της με νεαρές γυναίκες της σημερινής δημοσιότητας, η Ντάναμ επισημαίνει ότι πλέον υπάρχει μεγαλύτερη επίγνωση για το πόση ευαλωτότητα είναι χρήσιμη. Η ίδια, στα 23 της, όταν πούλησε το “Girls”, και στα 25, όταν η σειρά προβλήθηκε, έμοιαζε με “αρνί στη σφαγή”, χωρίς καμία προετοιμασία για την έκθεση και την κριτική. Η εμπειρία της με το “Girls”, η οποία συνοδεύτηκε από φήμες και κατηγορίες, την οδήγησε τελικά στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχείριση της δημοσιότητας και στην απομάκρυνση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το βιβλίο εστιάζει επίσης στις δύο κεντρικές ιστορίες αγάπης της: με τον μουσικό Τζακ Αντόνοφ και με την πρώην συνεργάτιδά της, Τζένι Κόνερ. Η σχέση με την Κόνερ, μια γυναίκα 15 χρόνια μεγαλύτερη, περιγράφεται ως μια “τοξική θηλυκή φιλία”, γεμάτη ζήλια, χειραγώγηση και αμοιβαία υποστήριξη, που τελικά οδήγησε στη διακοπή της. Η Ντάναμ μιλά επίσης για την περίπλοκη σχέση με τη μητέρα της, Λόρι Σίμονς, επίσης καλλιτέχνιδα, και την εγγύτητα με τον πατέρα της, Κάρολ, που λειτούργησαν ως σταθερά σημεία αναφοράς στην ταραγμένη της πορεία.

Η Ντάναμ, μιλώντας για τις προκλήσεις που αντιμετώπισε ως γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, επισημαίνει ότι οι άνδρες είχαν μεγαλύτερη ελευθερία να εκφράζουν τη διάθεσή τους, ενώ οι γυναίκες έπρεπε συνεχώς να “επιδεικνύουν χάρη”. Η δυσκολία στη διαχείριση της σχέσης της με τον ηθοποιό Άνταμ Ντράιβερ, που παρουσιάζεται στο βιβλίο, καταδεικνύει την ανωριμότητα της Ντάναμ στην αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων.

Μετά από σοβαρά προβλήματα υγείας, την αφαίρεση της μήτρας στα 31 της, και έναν αγώνα απεξάρτησης από φάρμακα, η Λένα Ντάναμ έχει βρει την ηρεμία και την ευτυχία στο Λονδίνο. Εκτιμά την πιο χαλαρή αντιμετώπιση του γήρατος από τις Βρετανίδες και έχει δημιουργήσει μια νέα, αρμονική ζωή με τον σύζυγό της. Το “Famesick” αποτελεί μια γενναία κατάθεση ψυχής, μια αναγνώριση των λαθών και μια γιορτή της ανθεκτικότητας, που προσφέρει μαθήματα για την κατανόηση της φήμης, των σχέσεων και, τελικά, του εαυτού.
