Στις 27 Ιουλίου 1945, λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση του Bergen-Belsen, ο βιολιστής Yehudi Menuhin έδωσε δύο συναυλίες μέσα στον κινηματογράφο του στρατοπέδου. Ανάμεσα στο κοινό βρισκόταν η 19χρονη τότε τσελίστρια Anita Lasker, επιζήσασα του Auschwitz, η οποία παρακολούθησε με θαυμασμό τον πιανίστα που συνόδευε τον Menuhin. Παρόλο που ο βιολιστής έπαιξε «αψεγάδιαστα», η προσοχή της Lasker παρέμεινε καρφωμένη στον πιανίστα, τον οποίο αργότερα αναγνώρισε ως τον Benjamin Britten.

Η εμπειρία αυτή στο Bergen-Belsen υπήρξε καταλυτική για τον Britten. Ο συνεργάτης του, Peter Pears, είχε αποκαλύψει ότι ο συνθέτης παραδέχτηκε πως αυτή η ζοφερή εμπειρία «χρωμάτισε οτιδήποτε έγραψε στη συνέχεια». Το αποτύπωμα του τραύματος είναι εμφανές στην όπερα «The Rape of Lucretia», όπου το ερώτημα για το αν ο πόνος και τα δεινά είναι μάταια διαπερνά το έργο, αντανακλώντας τις βαθύτερες υπαρξιακές αναζητήσεις του δημιουργού.

Η Anita Lasker-Wallfisch, η οποία διεσώθη χάρη στη μουσική της, διατήρησε για δεκαετίες τις αναμνήσεις της από εκείνη την ημέρα. Το 1969, λίγο πριν από την καταστροφή του Snape Maltings από πυρκαγιά, έδειξε στον Britten το γράμμα που είχε γράψει τότε για εκείνη τη συναυλία. Ο συνθέτης, αν και είχε χάσει το πιάνο του στις φλόγες, αναγνώρισε αμέσως τη σημασία του ντοκουμέντου, δείχνοντας πόσο βαθιά είχε σημαδευτεί από εκείνη την περίοδο.

Το κείμενο του Philippe Sands, καθηγητή νομικής και συγγραφέα του «East West Street», αναδεικνύει μέσα από αυτή την ιστορία τα όρια της δικαιοσύνης μπροστά σε εγκλήματα γενοκτονίας, αλλά και τη δύναμη της τέχνης ως «ακτίνα φωτός στο σκοτάδι». Όπως τονίζει και η Lasker-Wallfisch, παρά τις απόπειρες χρησιμοποίησης της μουσικής από κακόβουλες δυνάμεις, η μουσική παραμένει μια τέχνη που «δεν μπορεί να καταστραφεί».
