Η Σεσιλι Μπράουν, μία από τις σημαντικότερες εν ζωή γυναίκες καλλιτέχνιδες, επιστρέφει στο Λονδίνο για την πρώτη μεγάλη της μουσειακή έκθεση στην πατρίδα της, στην γκαλερί Serpentine. Παρά τη διεθνή αναγνώριση, τα εκατομμύρια που πιάνουν οι πίνακές της και τις εκθέσεις σε κορυφαία μουσεία όπως το Met της Νέας Υόρκης, η Μπράουν παραδέχεται ότι αισθάνεται “ένα σακουλάκι νεύρων”.
“Αυτό που φοβάμαι είναι οι κριτικοί, επειδή θα πουν ότι είναι υπερτιμημένο”, εξομολογείται. “Νιώθω ότι πρέπει να αποδείξω τον εαυτό μου. Θέλω κάθε έκθεση να βελτιώνει την προηγούμενη, κάτι που βέβαια δεν πρόκειται να συμβεί – δεν είναι γραμμικό. Όσο μεγαλώνω, έχω μεγαλύτερη επίγνωση, σκέφτομαι: Θεέ μου, ήμουν τόσο τυχερή…”
Η Μπράουν, που έφυγε από το Λονδίνο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, νιώθει ότι η Νέα Υόρκη της έδωσε την αυτοπεποίθηση που της έλειπε στην Αγγλία, όπου, όπως λέει, “υπήρχε αυτή η αίσθηση ότι αν ήσουν ζωγράφος, ήσουν χαμένος”. Στην Αμερική, αντίθετα, ένιωθε ότι μπορούσε να “ταιριάξει” κάπου, απομακρυσμένη από την “καταπίεση του ταξικού συστήματος” της Βρετανίας. “Ήμουν είτε πολύ αριστοκράτισσα είτε όχι αρκετά αριστοκράτισσα για κάθε κατάσταση”, αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η έκθεση “Picture Making” παρουσιάζει νέα και παλαιότερα έργα της, καθώς και πρόσφατα μονότυπα και σχέδια, με έμφαση στη φύση, το χρώμα και το φως. Οι καμβάδες της, γεμάτοι ενέργεια και κίνηση, αντλούν έμπνευση από τους κήπους του Λονδίνου, αναμειγνύοντας αναγνωρίσιμες λεπτομέρειες με αφηρημένες πινελιές. “Γιορτάζουμε τη φύση, το χρώμα και το φως”, λέει, “αλλά ταυτόχρονα, αναπόφευκτα, υπάρχει αστάθεια.”
Η καλλιτέχνιδα, που γεννήθηκε στο Λονδίνο και έζησε στην Surrey, ανακαλύπτει στα 21 της ότι ο πατέρας της είναι ο γνωστός κριτικός τέχνης David Sylvester, ο οποίος την ενθάρρυνε από νωρίς στην καλλιτεχνική της πορεία. Η σχέση της με τον Sylvester, αλλά και η ικανότητά της να “δανείζεται” και να ανασυνθέτει στοιχεία από έργα μεγάλων καλλιτεχνών, της έδωσαν το θάρρος να πειραματιστεί.
Παρά τη θερμή υποδοχή στη Νέα Υόρκη, όπου μετακόμισε το 1994, η Μπράουν προσπάθησε αρχικά να απομακρυνθεί από την ταυτότητα της ζωγράφου. Ωστόσο, μέσα σε λίγα χρόνια, επέστρεψε στο πινέλο της, δημιουργώντας εικόνες που εξερεύνησαν θέματα όπως η φύση, η ευδαιμονία και κλασικά θέματα, με το αγγλικό τοπίο να γίνεται σταθερό επίκεντρο.
Στο ερώτημα για τον σύγχρονο κόσμο της τέχνης, η Μπράουν εκφράζει ανησυχία για την επικράτηση της εμπορικότητας. “Νομίζω ότι η απληστία έχει ξεπεράσει τη δημιουργικότητα. Υπάρχουν πάντα πραγματικοί καλλιτέχνες, αλλά αυτό που έχουμε αυτή τη στιγμή είναι ένας πολύ εμπορικός κόσμος τέχνης”, δηλώνει, νιώθοντας ότι “κάποιοι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τι είναι η τέχνη”.
Παρότι ζει στις ΗΠΑ, η Μπράουν διατηρεί μια “πλήρως διαμορφωμένη φαντασίωση” για τη ζωή στην Αγγλία, αν και οι βροχερές αναμνήσεις της νεότητάς της την αποτρέπουν από μια μόνιμη επιστροφή. Ωστόσο, η οικονομική της άνεση πλέον της επιτρέπει να νιώθει πιο άνετα στον κόσμο των εγκαινίων, έναν κόσμο που κάποτε τη “ντρόπιαζε”.