Η γνωριμία με τον κόσμο της ανάγνωσης είναι συχνά μια βαθιά προσωπική εμπειρία, με αναμνήσεις που χάνονται στα βάθη της παιδικής ηλικίας. Για τη συγγραφέα, αυτές οι μνήμες ξεκινούν από τις τρομακτικές ιστορίες φαντασμάτων που αφηγούνταν η διευθύντρια του δημοτικού σχολείου στο χωριό της, αλλά και από τα παιδικά τραγούδια που τραγουδούσε η μητέρα της, όπως το “Oranges and lemons”.
Οι γονικές φιγούρες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Ο πατέρας της διάβαζε επανειλημμένα τα βιβλία “Ant and Bee”, ένα τελετουργικό που γινόταν μετά τη δύσκολη επιστροφή από τη δουλειά. Ωστόσο, η πρώτη ανεξάρτητη μνήμη ανάγνωσης ανήκει στον “The Story of Ferdinand” των Leaf και Lawson, ένα βιβλίο που αγάπησε ιδιαίτερα, ιδιαίτερα τον ταύρο πρωταγωνιστή.
Στην εφηβεία, ένα βιβλίο έμελλε να αλλάξει την αντίληψή της για τους γυναικείους χαρακτήρες: το “Z for Zachariah” της Robert C O’Brien. Η Ann Burden, μια αυτάρκης αγροτόκορη που επιβίωσε από πυρηνικό ολοκαύτωμα και αντιμετωπίζει έναν άνδρα επιστήμονα που προσπαθεί να την ελέγξει, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης. Η δύναμη, η αυτενέργεια και η αντίσταση στην πατριαρχία του χαρακτήρα άφησαν ανεξίτηλο σημάδι, προσφέροντας μια αίσθηση φόβου, οργής αλλά κυρίως ενθουσιασμού. Η ίδια η συγγραφέας έχει πλέον δώσει το βιβλίο στην κόρη της, ως μια “κληρονομιά”.
Οι συγγραφείς Angela Carter και Buchi Emecheta της δίδαξαν σημαντικά μαθήματα για τις γυναικείες αφηγήσεις, τη δημιουργικότητα και τη ζωή. Υπογράμμισαν την ανάγκη να μην υποκύπτει κανείς σε υποταγή ή στερεότυπα, και πώς η αντίδραση μπορεί να μετατραπεί σε δράση. Μια σκηνή όπου μια μητέρα εισβάλλει έφιππη και πυροβολεί τον δεσποτικό σύζυγο της κόρης της, ή η συμβουλή να ξαναγράψει κανείς ένα χειρόγραφο αν καταστραφεί, αποτελούν ισχυρά παραδείγματα.
Η επιθυμία να γίνει συγγραφέας ενισχύθηκε από πολλούς ποιητές που της δίδαξαν την ομορφιά της γλώσσας. Ωστόσο, για τη μετάβαση στη μυθοπλασία, ξεχωρίζει το “Coming Through Slaughter” του Michael Ondaatje. Το μυθιστόρημα, αν και διαδραματίζεται στη Νέα Ορλεάνη του 1900, με την ατμόσφαιρα, τη μουσική και την κουλτούρα του, φάνηκε “ζωντανό” στη συγγραφέα, η οποία διάβαζε το βιβλίο ενώ ζούσε στο Αμερικανικό Νότο, έχοντας μόλις αποφοιτήσει με πτυχίο Αγγλικών.
Υπάρχουν όμως και βιβλία που αμφισβητεί. Παρά τις προσπάθειες, δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει την “Άννα Καρένινα” του Λέοντα Τολστόι, νιώθοντας ότι της λείπει η ψυχολογική οργανικότητα. Αντίθετα, επανέρχεται στον “Ferdinand the bull”, αναθεωρώντας την ιδέα της δύναμης κάθε φορά που εμφανίζονται περιστατικά ματσιστικού κύματος ή πολιτικής πρόκλησης. Ο James Salter αναφέρεται ως “φάρος” στον κόσμο των ενηλίκων, για την αμεσότητα και την ακρίβεια του λόγου του.
Από την άλλη, το “Jane Eyre” της Charlotte Brontë, παρόλο που το χαιρετίζει, το βρίσκει “γκρινιάρικο”. Ευτυχώς, αυτή η ανάγνωση την οδήγησε στο “Wide Sargasso Sea” της Jean Rhys, ένα βιβλίο στο οποίο επιστρέφει με ευχαρίστηση.
Μεταγενέστερες ανακαλύψεις, όπως η τριλογία “Wolf Hall” (I, II, III) της Hilary Mantel, αποτέλεσαν έκπληξη. Παρόλο που είχε αρχικά μια απέχθεια προς τα μυθιστορήματα με ιστορικά πρόσωπα, αναγνώρισε στην Mantel, μια “τιτάνα της πρωτοτυπίας”, τη δημιουργία μιας νέας μεταφυσικής για την ιστορική μυθοπλασία.
Αυτήν τη στιγμή, η συγγραφέας διαβάζει το “Wolves: Behaviour, Ecology and Conservation” των L David Mech και Luigi Boitani, στο πλαίσιο της έρευνας για ένα κινηματογραφικό σενάριο.
Για “άντλημα” και παρηγοριά, εδώ και χρόνια ανατρέχει σε ένα ξεφτισμένο λεξικό κωδικών φάρων, μια συνήθεια που αποδίδει σε μια πιθανή προηγούμενη ενσάρκωσή της ως ναυτικός. Σήμερα, επιλέγει το “The Little Book of Humanism” των Alice Roberts και Andrew Copson, ένα βιβλίο που συμπυκνώνει 2.000 χρόνια σοφίας, με ένα μήνυμα ελπίδας: “κάνουμε τα πράγματα καλύτερα”.
Το “Helm” της Sarah Hall κυκλοφορεί σε χάρτινη έκδοση από τις εκδόσεις Faber στις 9 Απριλίου.