Η σύγχρονη μεταφορά του κλασικού τηλεοπτικού “Heartbreak High” από το Netflix, αν και διαθέτει μια ανανεωμένη ενέργεια και ένα ελκυστικό, νεανικό καστ, προκαλεί προβληματισμό ως προς την απόσταση που παίρνει από τα στοιχεία που έκαναν το πρωτότυπο της δεκαετίας του ’90 τόσο ξεχωριστό. Ενώ η πρώτη εκδοχή της σειράς χαρακτηριζόταν από ένα σχεδόν ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό και μια “ζωντανή”, αυθεντική αισθητική, η νέα παραγωγή επιλέγει ένα πιο γυαλισμένο, “φουσκωμένο” ύφος, με επιτηδευμένο χιούμορ και προβλέψιμες σεναριακές λύσεις. Παρόλο που η νέα σειρά θίγει σημαντικά θέματα που απασχολούν τους νέους – όπως οι αμβλώσεις, η ψυχική υγεία, οι έμφυλες πολιτικές, ο εκφοβισμός και οι φυλετικές εντάσεις – υστερεί σε σχέση με την τόλμη και το θάρρος του προκατόχου της.
Η τρίτη και τελευταία σεζόν της “νέας” εκδοχής του “Heartbreak High” ακολουθεί την τελευταία χρονιά των μαθητών στο λύκειο, ξεκινώντας με ένα κλασικό “muck-up day prank” – μια ημέρα φάρσας, όπου οι Αυστραλοί μαθητές εκδηλώνουν τη λήξη της σχολικής περιόδου με διάφορες σκανταλιές, συχνά εις βάρος των νεότερων. Μια σκηνή, όπου νεαροί άνδρες από άλλο σχολείο εισβάλλουν στο Hartley High φορώντας μόνο στρινγκ και πολύχρωμες κουκούλες, θυμίζει την ταινία “Spring Breakers” και στερείται της ρεαλιστικής αίσθησης του πρωτοτύπου.
Κεντρικό μυστήριο της σειράς, που ξεδιπλώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια, είναι ποιος από τους χαρακτήρες ευθύνεται για ένα ατύχημα σε λούνα παρκ που οδήγησε έναν εργαζόμενο σε κώμα. Η σεναριακή προσέγγιση αυτού του γεγονότος ως “μυστήριο” μοιάζει κάπως επιβεβλημένη, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ψευδο-whodunnit. Άλλες πτυχές της πλοκής κινούνται σε πιο σαπουνόπερα ρυθμούς, όπως οι περίπλοκες σχέσεις μεταξύ της Amerie (Ayesha Madon) και του Malakai (Thomas Weatherall), οι ρομαντικές εντάσεις μεταξύ του Spider (Bryn Chapman Parish) και της Missy (Sherry-Lee Watson), καθώς και οι προσπάθειες των χαρακτήρων να ακολουθήσουν τα όνειρά τους – ο Darren (James Majoos) για την υποκριτική, και η Harper (Asher Yasbincek) για την εικαστική τέχνη.
Η δημιουργός Hannah Carroll Chapman ίσως είχε σκοπό να δημιουργήσει το αυστραλιανό αντίστοιχο του “Sex Education”. Ωστόσο, παρά το υψωμένο ύφος, το “Sex Education” καταφέρνει καλύτερα να συνδυάσει χιούμορ και δράμα, εξερευνώντας τα ζητήματα της σύγχρονης νεολαίας με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, κάτι που ισχύει και για την αυστραλιανή σειρά “Bump”. Η σκηνοθετική προσέγγιση των Jessie Oldfield, Adam Murfet, Tig Terera, Nina Buxton στο “Heartbreak High” είναι πολύχρωμη αλλά και τεχνητή, σπάνια καταφέρνοντας να προκαλέσει ισχυρή συναισθηματική ανταπόκριση. Ακόμη και στις πιο συναισθηματικές στιγμές, η σειρά φαίνεται να στοχεύει στην άμεση παραγωγή συναισθήματος παρά στην ουσιαστική του κατάκτησή. Η υπερβολική χρήση μελοδραματικών σκηνών, όπως η απεικόνιση της Amerie να αναπολεί το σχολικό λεύκωμα με τη μουσική του “Never Tear Us Apart” να παίζει, υπογραμμίζει αυτήν την τάση για “δείξε, μην πεις”.
Η κατάληξη της σειράς, με τον αφορισμό “το να δίνεις σε κάποιον μια δεύτερη ευκαιρία είναι να δίνεις στον εαυτό σου μία”, υποδεικνύει μια σαφή προτίμηση προς τον συναισθηματισμό έναντι της υπολέπτου προσέγγισης, επιβεβαιώνοντας την αρχική αίσθηση της υπερβολικής γλυκανάλατης εξέλιξης.