Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Economic Club of New York την Τρίτη, κατέστησε σαφές ότι η μεγαλύτερη απειλή από την τεχνητή νοημοσύνη δεν αφορά την ασφάλεια ή τις θέσεις εργασίας, αλλά το ενδεχόμενο να ξεπεράσει η Κίνα τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την τεχνητή νοημοσύνη είναι να μας προσπεράσει η Κίνα», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πως η προθυμία του Πεκίνου να συζητήσει για το θέμα αποδεικνύει ότι η Αμερική διατηρεί ακόμη το τεχνολογικό προβάδισμα.
Η κυβέρνηση του Donald Trump έχει θέσει τον ανταγωνισμό με την Κίνα στον πυρήνα της στρατηγικής της για την τεχνητή νοημοσύνη, παρά το γεγονός ότι στο εσωτερικό των ΗΠΑ εντείνονται οι αντιδράσεις σχετικά με τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων, τη χρήση νερού, το κόστος ηλεκτρικού ρεύματος και τις επιπτώσεις στην απασχόληση. Παρά τις ανησυχίες, η Ουάσινγκτον θεωρεί την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης επιτακτική ανάγκη για την εθνική ασφάλεια.
Για να διατηρήσει αυτό το προβάδισμα, η κυβέρνηση επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης προς την Κίνα, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως το H200 της Nvidia. Την ίδια στιγμή, η ένταση κλιμακώνεται, καθώς η Κίνα επέβαλε πρόσφατα περιορισμούς σε 10 αμερικανικές οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των MP Materials και USA Rare Earth, ενώ παράλληλα έθεσε στη μαύρη λίστα 46 αμερικανικές εταιρείες από τις δημόσιες προμήθειες.
Ο Scott Bessent προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια «εργαλειοποίησης των εφοδιαστικών αλυσίδων» δεν θα μείνει αναπάντητη. Τόνισε, τέλος, ότι οι ΗΠΑ πρέπει να ηγηθούν σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ο κβαντικός υπολογισμός, η ναυπηγική και τα κρίσιμα ορυκτά, δημιουργώντας εφοδιαστικές αλυσίδες ικανές να αντέξουν σε κρίσεις, πανδημίες ή ακόμη και πολεμικές συγκρούσεις.