Σε μια ιδιαίτερα καυστική τοποθέτηση από το Hudson Institute στην Ουάσιγκτον, ο William Kimmitt, υφυπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ για το διεθνές εμπόριο, έστρεψε τα βέλη του κατά της Κίνας, καταγγέλλοντας μια σειρά από πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού. Παρά την έντονη κριτική του, ο Kimmitt δεν δίστασε να επιπλήξει και την ίδια την αμερικανική ηγεσία, υποστηρίζοντας πως η χώρα παρέμεινε αδρανής για πολύ μεγάλο διάστημα.
«Επιδοτούσαν, έκαναν ντάμπινγκ, ύψωναν ρυθμιστικά εμπόδια και στήριζαν κρατικές επιχειρήσεις, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό εργαλείο για να χτίσουν τις βιομηχανίες τους και να κυριαρχήσουν στην αμερικανική αγορά», σημείωσε χαρακτηριστικά, αποφεύγοντας ωστόσο να κατονομάσει απευθείας την Κίνα. Παράλληλα, τόνισε πως η αμερικανική κυβέρνηση συχνά παρακολουθούσε άπραγη το κλείσιμο εργοστασίων και τη μεταφορά της παραγωγής στο εξωτερικό, αμελώντας τους Αμερικανούς εργαζομένους.
Ο Kimmitt υπερασπίστηκε την εμπορική πολιτική «America first» της κυβέρνησης Trump, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη για επενδύσεις σε εργοστάσια, ενέργεια και τεχνολογίες αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, που είναι απαραίτητες για την εθνική άμυνα και την οικονομία.
Οι δηλώσεις αυτές ήρθαν στον απόηχο του ταξιδιού του Προέδρου Donald Trump στο Πεκίνο (14-15 Μαΐου), όπου συνοδευόταν από 17 κορυφαία στελέχη επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων οι Tim Cook, Jensen Huang, Larry Fink και Brian Sikes. Παρά τις προσδοκίες, η σύνοδος με τον Xi Jinping δεν απέφερε ουσιαστικές λύσεις σε κρίσιμα θέματα, όπως οι εντάσεις για την Ταϊβάν και οι ημιαγωγοί. Ωστόσο, ανακοινώθηκε η δημιουργία ενός κοινού Συμβουλίου Εμπορίου, με στόχο τη μείωση δασμών σε μη στρατηγικά αγαθά ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η Κίνα δεσμεύτηκε για την αγορά γεωργικών προϊόντων και 200 αεροσκαφών Boeing.