Σε μια κίνηση που αναμένεται να αναθερμάνει τις εμπορικές εντάσεις, η κυβέρνηση του Προέδρου Donald Trump πρότεινε την επιβολή νέων δασμών που φτάνουν έως και το 12,5% σε εισαγωγές από την Κίνα και δεκάδες ακόμη εμπορικούς εταίρους. Το Γραφείο του Αντιπροσώπου Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε την Τρίτη ότι 60 οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων της Κίνας, της Ιαπωνίας, της Ινδίας, της Νότιας Κορέας, της Αυστραλίας και του Βιετνάμ, απέτυχαν να περιορίσουν επαρκώς την εισαγωγή προϊόντων που κατασκευάζονται με αναγκαστική εργασία, γεγονός που ενεργοποιεί τις τιμωρητικές διατάξεις του Άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974.
Οι αντιδράσεις από το εξωτερικό ήταν άμεσες. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας κατήγγειλε τα ευρήματα των ΗΠΑ ως πρόσχημα για «πολιτική χειραγώγηση», ενώ ο Bernd Lange, επικεφαλής της επιτροπής διεθνούς εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς «εντελώς παράλογους», υπενθυμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη από τους αυστηρότερους κανόνες παγκοσμίως για την καταπολέμηση της αναγκαστικής εργασίας.
Οι προτεινόμενοι δασμοί διαμορφώνονται στο 12,5% για χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, η Ινδία και η Αυστραλία, ενώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Βρετανία, τον Καναδά και το Μεξικό το ποσοστό ανέρχεται στο 10%. Η διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης θα ολοκληρωθεί στις 6 Ιουλίου, με τις ακροάσεις να έχουν οριστεί για τις 7 Ιουλίου. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το αποτέλεσμα είναι ουσιαστικά προδιαγεγραμμένο, καθώς η κυβέρνηση Trump επιδιώκει να αναδομήσει το εμπορικό της οπλοστάσιο μετά τις δικαστικές αποτυχίες που είχε νωρίτερα μέσα στο έτος, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο Πρόεδρος υπερέβη την εξουσία του χρησιμοποιώντας έκτακτες εξουσίες για επιβολή γενικευμένων δασμών.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η χρήση του Άρθρου 301 αποτελεί πλέον το κύριο εργαλείο της διοίκησης για να παρακάμψει νομικά εμπόδια, ενώ οι εξελίξεις αυτές θα απασχολήσουν έντονα την παγκόσμια οικονομία τους επόμενους μήνες.