Η Κίνα πρέπει να επιταχύνει τις αναβαθμίσεις στον στόλο των αεροπλανοφόρων της και να ενισχύσει τις μαχητικές τους ικανότητες, προκειμένου να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη αμυντική ισχύ της Ιαπωνίας, επισημαίνουν στρατιωτικοί αναλυτές. Η ανησυχία του Πεκίνου εντείνεται καθώς το Τόκιο ενισχύει το οπλοστάσιό του με πυραύλους μεγάλης εμβέλειας κατά πλοίων και αναπτύσσει δυνάμεις σε ιαπωνικά νησιά κοντά στην Ταϊβάν.
Η ένταση κλιμακώθηκε τον Δεκέμβριο, όταν η ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου Liaoning διέσχισε ύδατα ανατολικά της Ιαπωνίας, με την ιαπωνική αεροπορία να απαντά απογειώνοντας δώδεκα μαχητικά F-2, οπλισμένα με συνολικά 64 πυραύλους ASM-2. Σύμφωνα με τον ειδικό σε στρατιωτικά θέματα Fu Qianshao, η κίνηση αυτή λειτούργησε ως άσκηση κορεσμού επιθέσεων κατά του κινεζικού στόλου. «Μια τέτοια επίθεση αποτελεί σοβαρή απειλή, καθώς καμία άμυνα δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα αδιαπέραστη», προειδοποίησε.
Επιπλέον, η ανάπτυξη των αναβαθμισμένων πυραύλων επιφανείας-επιφανείας Type-12 κοντά στην Ανατολική Κίνα επεκτείνει την εμβέλεια της Ιαπωνίας, θέτοντας κινεζικές παράκτιες πόλεις στο στόχαστρο. Οι αναλυτές τονίζουν ότι η έλλειψη επαρκούς αριθμού μαχητικών πέμπτης γενιάς, όπως το J-35, αποτελεί το κύριο κενό στην άμυνα του Πεκίνου. Επί του παρόντος, μόνο το αεροπλανοφόρο Fujian διαθέτει σύστημα ηλεκτρομαγνητικού καταπέλτη για την υποστήριξη του J-35, ενώ τα παλαιότερα Liaoning και Shandong χρησιμοποιούν ακόμα το σύστημα «ski-jump».
Το Πεκίνο προσανατολίζεται πλέον στην αναβάθμιση των υπαρχόντων αεροπλανοφόρων και στην ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των πλοίων του, χρησιμοποιώντας αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης τύπου KJ-600. Οι σχέσεις μεταξύ Πεκίνου και Τόκιο παραμένουν τεταμένες, ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις της Sanae Takaichi τον Νοέμβριο, οι οποίες συνέδεσαν μια πιθανή σύγκρουση στην Ταϊβάν με την εθνική ασφάλεια της Ιαπωνίας.