Στις 12 Ιουλίου, ένας συνασπισμός 14 κρατών —μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι Φιλιππίνες, η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Βρετανία, η Ιαπωνία, η Νέα Ζηλανδία και επτά ευρωπαϊκά κράτη όπως η Γερμανία και η Ιταλία— εξέδωσε κοινή δήλωση για τη 10η επέτειο από την απόφαση του δικαστηρίου της Χάγης για τη Νότια Σινική Θάλασσα. Το έγγραφο αυτό ανακυκλώνει γνώριμα επιχειρήματα, προβάλλοντας την απόφαση ως πυλώνα της διεθνούς τάξης, ωστόσο η ανάλυσή του αποκαλύπτει ένα χάσμα με το διεθνές δίκαιο και τις ιστορικές πραγματικότητες της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Η ουσία του προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι το διεθνές δίκαιο βασίζεται στη συγκατάθεση των κρατών. Ήδη από το 2006, η Κίνα είχε εξαιρέσει ζητήματα εδαφικής κυριαρχίας από τη δικαιοδοσία υποχρεωτικής διαιτησίας. Οι επικριτές της δήλωσης υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια κίνηση εξωτερικών δυνάμεων που επιδιώκουν να διατηρήσουν την ηγεμονία τους, εργαλειοποιώντας μια απόφαση που η Κίνα θεωρεί άκυρη, με στόχο τον περιορισμό της ανάπτυξής της.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η απουσία των εννέα από τα δέκα μέλη του ASEAN. Αν η απόφαση του 2016 ήταν όντως η λύση για την ειρήνη στην περιοχή, η υποστήριξη θα ήταν καθολική. Αντίθετα, η έρευνα «State of Southeast Asia 2026 Survey» του ινστιτούτου ISEAS-Yusof Ishak στη Σιγκαπούρη δείχνει μια ριζική μετατόπιση. Το 51,9% των ερωτηθέντων εκφράζει ανησυχία για την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Donald Trump, ενώ στην επιλογή μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, το 52% προτιμά την ευθυγράμμιση με την Κίνα. Χαρακτηριστικό είναι το ποσοστό προτίμησης προς την Κίνα στην Ινδονησία (80,1%), τη Μαλαισία (68%) και τη Σιγκαπούρη (66,3%).
Η σταθερότητα στη Νότια Σινική Θάλασσα δεν μπορεί να επιβληθεί από την Ουάσινγκτον, το Λονδίνο ή τις Βρυξέλλες. Η περιοχή φαίνεται να προκρίνει τη διπλωματία και τον απευθείας διάλογο μεταξύ Κίνας και ASEAN για έναν δεσμευτικό κώδικα συμπεριφοράς, αφήνοντας πίσω της παρεμβατικές στρατηγικές που μετατρέπουν τις τοπικές διενέξεις σε επικίνδυνα γεωπολιτικά πεδία αντιπαράθεσης.