Η тенταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης κορυφώνεται, καθώς οι πρόσφατες αμερικανικές επιθέσεις ακύρωσαν επί της ουσίας την ενδιάμεση συμφωνία ειρήνης που είχε επιτευχθεί στις 17 Ιουνίου 2026. Ο ανώτατος διαπραγματευτής του Ιράν, Mohammed Bagher Ghalibaf, δήλωσε πως οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας διαθέτουν πλέον «πλήρη ελευθερία δράσης» απέναντι στην «επιθετικότητα του εχθρού», μετά από πλήγματα των ΗΠΑ που προκάλεσαν τον θάνατο επτά Ιρανών στρατιωτών.
Οι αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ συνεχίστηκαν το βράδυ της Τετάρτης, με εκρήξεις να αναφέρονται στις πόλεις Bandar Abbas, Chabahar και Ahvaz. Σύμφωνα με τον ιρανικό στρατό, ένα από τα πλήγματα έπληξε στρατώνα στο Bampour, οδηγώντας στον θάνατο επτά μελών της 388ης Ταξιαρχίας. Παράλληλα, το Ιράν προχώρησε σε αντίποινα, στοχεύοντας τον 5ο Στόλο των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν και στρατιωτικό κόμβο στο Mina Abdullah του Κουβέιτ. Το υπουργείο Άμυνας του Κουβέιτ ανακοίνωσε την κατάρριψη τεσσάρων πυραύλων κρουζ και 21 μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ενώ η Ιορδανία ανέφερε την κατάρριψη τριών ιρανικών πυραύλων.
Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Esmaeil Baghaei, τόνισε ότι η Τεχεράνη δεν σκοπεύει να συνεχίσει τις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον υπό αυτές τις συνθήκες, επικεντρωμένη πλέον στην άμυνα της χώρας. Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump διεμήνυσε στην ιρανική ηγεσία ότι «καλύτερα να συμπεριφερθούν σωστά», προειδοποιώντας για κλιμάκωση των επιθέσεων αν δεν επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η κατάσταση καθιστά την οποιαδήποτε προοπτική διπλωματικής διεξόδου εξαιρετικά δύσκολη, με το Ιράν να δηλώνει πως βρίσκεται σε έναν «υπαρξιακό πόλεμο» για την προστασία των εθνικών του συμφερόντων.