Στις 6 Ιουλίου, η Κίνα πραγματοποίησε μια επιτυχημένη δοκιμή διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου, εκτοξεύοντάς τον από πυρηνοκίνητο υποβρύχιο. Με αυτή την κίνηση, το Πεκίνο εντάσσεται σε μια ελίτ ομάδα κρατών –μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία, τη Βρετανία και τη Γαλλία– που διαθέτουν αυτή την εξελιγμένη στρατιωτική ικανότητα. Ο πύραυλος, που υπολογίζεται ότι διένυσε περίπου 7.300 χιλιόμετρα, κατέληξε κοντά στα Νησιά Σολομώντα στον Νότιο Ειρηνικό.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, το όπλο εκτοξεύτηκε από υποβρύχιο κλάσης Type 094 Jin. Πρόκειται για μια κίνηση που αποδεικνύει την αξιοπιστία της κινεζικής στρατηγικής για πυρηνική αποτροπή. Το Πεκίνο χαρακτήρισε τη δοκιμή ως μέρος της ετήσιας στρατιωτικής εκπαίδευσης, διαβεβαιώνοντας πως οι εμπλεκόμενες χώρες είχαν ενημερωθεί εγκαίρως.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης έγκειται στην ικανότητα του πολεμικού ναυτικού της Κίνας (PLA Navy) να απειλήσει τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες από προστατευμένες ζώνες κοντά στα κινεζικά ύδατα. Καθώς οι χερσαίοι πύραυλοι είναι ευάλωτοι, τα υποβρύχια που φέρουν βαλλιστικούς πυραύλους θεωρούνται το πιο ανθεκτικό σκέλος της πυρηνικής τριάδας.
Ωστόσο, η κίνηση αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα για την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Ενώ για την Κίνα η απόκτηση αυτής της δυνατότητας αποτελεί απάντηση στην ανασφάλεια που αισθάνεται έναντι της Ουάσιγκτον και των συμμαχιών της με την Ταϊβάν και την Ιαπωνία, για τα γειτονικά κράτη η ενίσχυση του κινεζικού στόλου εκλαμβάνεται ως αύξηση της θανατηφόρας ισχύος μέσα στα ίδια τους τα ύδατα. Το πρόβλημα εντείνεται από την έλλειψη κανόνων διαχείρισης κρίσεων για υποβρύχια στην περιοχή, γεγονός που καθιστά το μέλλον της περιφερειακής σταθερότητας εξαιρετικά αβέβαιο.