Η κούρσα για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τους Αμερικανούς νομοθέτες να τονίζουν πως η χώρα πρέπει να διατηρήσει το προβάδισμά της έναντι της Κίνας. Σε πρόσφατη ακρόαση στο Κογκρέσο, ο Tim Scott, πρόεδρος της Επιτροπής Τραπεζών, Υποθέσεων Στέγασης και Αστικών Υποθέσεων, υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να επιτρέψουν σε κανέναν ανταγωνιστή να αποκτήσει τεχνολογικό πλεονέκτημα.
Ο Jim Banks, γερουσιαστής από την Indiana, ανέφερε χαρακτηριστικά πως όποιο έθνος ηγηθεί στην τεχνητή νοημοσύνη θα καθορίσει τους όρους της παγκόσμιας οικονομίας και της στρατιωτικής ισχύος. Ενώ οι ΗΠΑ βασίζονται σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που οδηγείται από την αγορά και τις επενδύσεις, η Κίνα εστιάζει σε μοντέλα ανοιχτού κώδικα και βιομηχανική ανάπτυξη, ενισχυμένη από κρατικές επιδοτήσεις. Η άνοδος κινεζικών εταιρειών, όπως η DeepSeek το 2025, έχει περιορίσει το χάσμα μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και ο ρόλος της κυβέρνησης Trump, με την Elizabeth Warren να ασκεί κριτική για τη χαλάρωση των ελέγχων στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ της Nvidia προς την Κίνα. Παράλληλα, ανησυχία προκαλεί το μοντέλο Mythos της Anthropic, το οποίο, σύμφωνα με καταγγελίες που έφτασαν στην επιτροπή μέσω του Tim Scott, έγινε στόχος «επίθεσης απόσταξης» από τον κινεζικό κολοσσό Alibaba. Το νέο εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Trump τον Ιούνιο επιχειρεί να θέσει ένα πλαίσιο ελέγχου στα νέα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, επιτρέποντας μια εξέταση έως 30 ημέρες πριν από τη δημόσια κυκλοφορία τους, σε μια προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ καινοτομίας και ασφάλειας.