Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση μεταξύ δέκα ευρωπαϊκών χωρών ως προς την επιβάρυνση από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) στα τρόφιμα, σύμφωνα με την επαναλαμβανόμενη έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ). Ωστόσο, παρά τον υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ σε ορισμένα προϊόντα, οι τελικές τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα παραμένουν ανταγωνιστικές σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Η βασική διαφορά εντοπίζεται στο γεγονός ότι τρόφιμα που στην Ελλάδα υπάγονται στον μεσαίο συντελεστή ΦΠΑ (13%), σε άλλες χώρες ανήκουν στον χαμηλό συντελεστή, ο οποίος κυμαίνεται από 0% έως 6%. Ελάχιστα μόνο προϊόντα, όπως τα μωρομάντηλα, βρίσκονται στον χαμηλό ΦΠΑ στην Ελλάδα και στον υψηλό στις άλλες χώρες.
Η έρευνα, η οποία συγκρίνει ένα τυπικό καλάθι προϊόντων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων τον Ιανουάριο 2026, πραγματοποιήθηκε σε Ελλάδα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Γερμανία, Ρουμανία και Βουλγαρία. Η σύγκριση τιμών γίνεται τόσο με όσο και χωρίς την προσθήκη του ΦΠΑ, ο οποίος διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Η μεθοδολογία της έρευνας περιλαμβάνει τη σύγκριση τιμών σε 40 κατηγορίες προϊόντων, βασισμένη σε δείγμα άνω των 6.000 τιμών και 48 διαφορετικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Τα στοιχεία αφορούν τόσο επώνυμα προϊόντα όσο και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αποκλειστικά από αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι υπόλοιπες χώρες έχουν ακριβότερο καλάθι προϊόντων από την Ελλάδα, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη διαφορά. Όταν αφαιρείται ο ΦΠΑ, η σύγκριση αναδεικνύει ακόμη μεγαλύτερες διαφορές, καθώς η Ελλάδα έχει χαμηλότερο μέσο καλάθι από επτά από τις συγκρινόμενες χώρες, μετά την αφαίρεση του αναλογούντος ΦΠΑ.
Στην Ελλάδα, ο συντελεστής ΦΠΑ για τα τρόφιμα είναι 13%. Σε άλλες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ρουμανία, οι συντελεστές ΦΠΑ για τα τρόφιμα είναι σημαντικά χαμηλότεροι. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Βουλγαρία, η οποία εφαρμόζει 20% ΦΠΑ σε όλα τα είδη.
Η έρευνα του ΙΕΛΚΑ, το οποίο είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που υποστηρίζεται από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και επιχειρήσεις λιανεμπορίου, αναδεικνύει ότι το ελληνικό οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων προσφέρει στους καταναλωτές πρόσβαση σε προϊόντα με χαμηλότερες τιμές, αποτέλεσμα της προσπάθειας συγκράτησης των τιμών τα τελευταία χρόνια. Αυτή η τάση, με μικρές διακυμάνσεις, είναι διαχρονική, με την Ελλάδα να διατηρεί σταθερά φθηνότερο το τυπικό καλάθι από τις συγκρινόμενες χώρες κατά την τελευταία 12ετία.
Παράγοντες όπως οι συντελεστές ΦΠΑ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, η αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, οι καταναλωτικές συνήθειες, το κόστος ενέργειας και μεταφορών, το μισθολογικό κόστος, η γεωγραφία, το μέγεθος της αγοράς και οι οικονομίες κλίμακας, λαμβάνονται υπόψη για την πλήρη κατανόηση των συγκρίσεων τιμών μεταξύ χωρών.
Το παράδειγμα του νωπού μοσχαριού είναι χαρακτηριστικό: ενώ η Ελλάδα έχει μία από τις χαμηλότερες τιμές, βρίσκεται δεύτερη σε ΦΠΑ, καθώς το προϊόν εντάσσεται στον μεσαίο συντελεστή, ενώ σε άλλες χώρες είναι στον χαμηλό. Η Ελλάδα παρουσιάζει τον δεύτερο υψηλότερο μέσο συντελεστή ΦΠΑ για το καλάθι των 40 κατηγοριών (15,6%), ενώ η Ισπανία έχει τον χαμηλότερο (7,0%).
Σε σχέση με τη φορολογία, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 10η θέση ως προς το ύψος της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης, με περίπου τα μισά φορολογικά έσοδα να προέρχονται από τη φορολογία στην κατανάλωση. Συγκεκριμένα, το 2024 τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν στο 39,8% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (34,1%). Η χώρα έχει υψηλή εξάρτηση από ΦΠΑ και Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, αντλώντας περίπου το 40,7% των συνολικών φορολογικών της εσόδων από αυτές τις δύο πηγές.