Η πρόσφατη έκθεση του Konrad Mägi, ενός Εσθονού ζωγράφου των αρχών του 20ού αιώνα, προκάλεσε προβληματισμό στον κριτικό, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με την έλλειψη έμπνευσης από τα πολύχρωμα έργα του καλλιτέχνη, παρά τις αναφορές τους σε μεταμοντέρνα κινήματα όπως ο πουαντιλισμός και ο κυβισμός. Η ανησυχία για πιθανές υποκειμενικές αντιδράσεις διαλύθηκε κατά την επίσκεψη στη μόνιμη συλλογή της Dulwich Picture Gallery. Το ιστορικό αυτό μουσείο, ιδρυθέν πριν από περισσότερα από 200 χρόνια με αρχικό σκοπό να στεγάσει συλλογή για την πολωνική βασιλική οικογένεια, φιλοξενεί αριστουργήματα από Ρέμπραντ, Ρούμπενς, Πιέρο ντι Κόζιμο, Πουσέν, καθώς και μια αξιόλογη συλλογή βρετανικής τέχνης.
Ο κριτικός εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από τον «Άγιο Σεβαστιανό» του Γκουίντο Ρένι, περιγράφοντας τη σκηνή ως ένα αισθησιακό αριστούργημα που συναγωνίζεται τον Καραβάτζιο. Τον συγκίνησε βαθιά η «Πορτρέτο μιας Κυρίας» του Άντονι βαν Ντάικ, όπου η Βενέτσια Στάνλεϊ απεικονίζεται «την δεύτερη μέρα μετά τον θάνατό της». Επίσης, το πορτρέτο ενός νεαρού άνδρα, πιθανώς του γιου του Ρέμπραντ, Τίτου, με τα «βαθιά μάτια», άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του. Η συλλογή της Dulwich, η οποία εκτείνεται περίπου έως το 1800, αποτελείται από έργα που εξερευνούν θέματα όπως ο έρωτας, ο θάνατος, το πάθος και η απώλεια, θέματα που θεωρούνται βασικά για την τέχνη.
Ωστόσο, η γκαλερί φαίνεται να επιλέγει εκθέσεις έργων του 20ού και 21ου αιώνα, παρουσιάζοντάς τα ως «μοντέρνα». Η επιλογή ενός «μικρού και παράγωγου» καλλιτέχνη όπως ο Mägi κρίνεται αμφιλεγόμενη. Τα πρώιμα τοπία του Mägi από τη Νορβηγία, που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1900, μετά την επίσκεψή του στο Παρίσι και την ανακάλυψη της πρωτοπορίας, χαρακτηρίζονται ως «τυχαία χρήση χρωμάτων και ασαφείς φόρμες». Η «Νορβηγική Τοπιογραφία» του, με τα πορτοκαλί-καφέ θαμνώδη φυτά σε φόντο βιολετί λόφων, συγκρίνεται αρνητικά με την πιθανή απόδοση του ίδιου θέματος από τον Έντβαρντ Μουνκ, όπου θα εξέφραζε άγχος και τρόμο, ενώ ο Mägi το καθιστά «αδιάφορο και διακοσμητικό», μια «εξπρεσιονιστική τέχνη χωρίς έκφραση». Η δύναμη των παλαιών δασκάλων, κατά τον κριτικό, έγκειται στην ενασχόλησή τους με «επείγοντα, σοβαρά ζητήματα», σε αντίθεση με την έλλειψη «πάθους και σκοπού» στα τοπία του Mägi.
Τα πορτρέτα του Mägi κρίνονται ακόμη πιο αδύναμα. Γυναικεία πρόσωπα με παρόμοια χαρακτηριστικά και άνδρες με «αυτοσυνείδητα μποέμ» διάθεση απεικονίζονται σε στυλ που θυμίζει τα «-ισμοί» που είδε στο Παρίσι. Το «Πορτρέτο μιας Γυναίκας» (1923-4) περιλαμβάνει «αχνά κυβιστικά στοιχεία» στο πρόσωπο και στα ρούχα, τα οποία όμως το καθιστούν απλώς «ιδιόρρυθμο». Ένα άλλο πορτρέτο παρουσιάζει αχνές επιρροές από τον Εμίλ Σουτίν, αλλά με «μπανάλ, διστακτική απλότητα». Αυτά τα πορτρέτα, με τη συνεχή έκθεσή τους, χαρακτηρίζονται ως «άκομψα και χυδαία», μια «παρωδία του μοντερνισμού». Ο κριτικός επισημαίνει ότι το μοντέρνο κίνημα στις αρχές του 20ού αιώνα δεν ήταν ένα «σχετικιστικό ελεύθερο πανηγύρι», αλλά παρήγαγε ιδιοφυΐες όπως οι Ματίς, Πικάσο, Ντυσάν, Κλέε, καθώς και «ιδιόρρυθμους πρωτοπόρους» όπως ο Σουτίν και ο Σαγκάλ, αλλά και «ακολούθους και ασημαντότητες».
Ο Mägi, σύμφωνα με την κριτική, δεν ήταν τόσο «μοντερνιστής». Προσέφερε ένα «κομψό επίχρισμα» σε «ασφαλή» πορτρέτα και τοπία. Τα ηλιόλουστα παράκτια τοπία και οι «ξεχάσιμοι βιολετί λόφοι» του στερούνται ενέργειας, οδηγώντας σε «κενά ειδύλλια». Ο κριτικός εκφράζει μια αίσθηση ναυτίας, ειδικά εξετάζοντας πολύχρωμα έργα από την Ευρώπη του 20ού αιώνα, μιας «ιστορικά απαράμιλλης σφαγής».
Η μετατροπή του 20ού αιώνα σε «διακοσμητική απόδραση» ταιριάζει με τη σημερινή φιλοσοφία της Dulwich. Οι χώροι της γκαλερί, άλλοτε ένα απλό πράσινο περιβάλλον για την περισυλλογή της «μελαγχολικής αρχιτεκτονικής ομορφιάς» της Picture Room του Sir John Soane, έχουν πλέον δύο καφέ και παιδική χαρά. Ενώ αυτό μπορεί να είναι κατανοητό, υπονοείται ότι η γκαλερί αποφεύγει και «αποστρέφεται» την υψηλή τέχνη που ιδρύθηκε για να διαφυλάξει. Το ερώτημα τίθεται αν η Dulwich προδίδει τον εαυτό της, χάνοντας την ψυχή και τον σκοπό της, με εκθέσεις όπως αυτή του Mägi, η οποία χαρακτηρίζεται ως «άνευ νοήματος και χωρίς πλαίσιο», «σπαταλώντας» και «χλευάζοντας» τον «στοχαστικό, ποιητικό εσωτερικό χώρο» του Soane.
Η έκθεση Konrad Mägi φιλοξενείται στην Dulwich Picture Gallery, Λονδίνο, από 24 Μαρτίου έως 12 Ιουλίου.