Η Ελλάδα διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την έμμεση φορολογία, η οποία αποτελεί κεντρικό πυλώνα για τα δημόσια έσοδα. Φόροι όπως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης (ΕΦΚ), που επιβάλλονται οριζόντια, πλήττουν δυσανάλογα τους πολίτες χαμηλότερου εισοδήματος και τροφοδοτούν την ακρίβεια, καθιστώντας τους βασική πηγή εσόδων για τη χώρα. Η αναλογία μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων είναι σημαντικά υπέρ των δεύτερων, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα προηγμένα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Σύμφωνα με τη νέα ετήσια έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολόγηση, περίπου οι μισές φορολογικές εισπράξεις προέρχονται από τη φορολογία στην κατανάλωση. Το 2024, τα συνολικά φορολογικά έσοδα της Ελλάδας ανήλθαν στο 39,8% του ΑΕΠ, σημειώνοντας αύξηση από το 38,9% του 2023 και ξεπερνώντας τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώθηκε στο 34,1%. Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 10η θέση ως προς το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης.
Ενώ ο βορράς της Ευρώπης χαρακτηρίζεται από υψηλή φορολογία, με τη Δανία να ξεπερνά το 45% του ΑΕΠ (αντιστάθμισμα οι υψηλής ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες και το ισχυρό κοινωνικό κράτος), χώρες όπως το Μεξικό, η Χιλή και η Τουρκία εφαρμόζουν χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, με ανάλογα περιορισμένες παροχές προς τους πολίτες.
Οι ασφαλιστικές εισφορές στην Ελλάδα είναι επίσης υψηλές σε σύγκριση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος εργασίας. Ωστόσο, η χώρα ανήκει στις οκτώ χώρες του ΟΟΣΑ όπου οι εισφορές των εργαζομένων αποφέρουν περισσότερα έσοδα στο κράτος από αυτές των εργοδοτών.
Πιο αναλυτικά, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλη εξάρτηση από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης, αντλώντας περίπου 40,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων από φόρους κατανάλωσης (22,5% από ΦΠΑ και 18,2% από ΕΦΚ). Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ για φόρους κατανάλωσης είναι 31,3%, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην 5η θέση ως προς την εξάρτηση από έμμεση φορολογία.
Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 28,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων, έναντι 25,5% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, οδηγώντας σε βαρύτερο κόστος εργασίας και μεγαλύτερη πίεση σε εργοδότες και εργαζόμενους. Αντίθετα, ο φόρος εισοδήματος είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο, αντιστοιχώντας στο 15,5% των συνολικών εσόδων (μέσος όρος ΟΟΣΑ 23,7%).
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με φορολογικά έσοδα άνω του 38% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας χώρες όπως η Γερμανία (38,0%), η Ισπανία (36,7%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (34,4%).
Τέλος, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι τα έσοδα από φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα προέρχονται κατά κύριο λόγο από μισθωτούς και συνταξιούχους, ενώ τα έσοδα από ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους είναι αναλογικά χαμηλότερα. Μεταξύ 2010 και 2024, η Ελλάδα παρουσίασε τη 3η μεγαλύτερη αύξηση φόρων προς ΑΕΠ στον ΟΟΣΑ (+7,4 ποσοστιαίες μονάδες), μετά τη Σλοβακία και την Ιαπωνία, γεγονός που συνδέεται με την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών κατά την περίοδο των μνημονίων.