Η κινεζική στρατηγική που ποντάριζε στις ρωγμές μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνει να καταρρέει, αναγκάζοντας το Πεκίνο να προετοιμάζεται για τα χειρότερα. Ενώ η Κίνα προσπαθούσε να προσεταιριστεί ευρωπαίους ηγέτες –υποδεχόμενη προσωπικότητες όπως ο Pedro Sanchez και ο Emmanuel Macron–, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Στις 13 Ιουλίου, οι 27 υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησαν μια στρατηγική που πλέον κατατάσσει την Κίνα και τη Ρωσία στις κύριες αναθεωρητικές δυνάμεις που επιδιώκουν την αλλαγή της παγκόσμιας τάξης.
Το Πεκίνο ήλπιζε ότι η εσωστρέφεια του Donald Trump και η αμφιλεγόμενη ρητορική του θα άνοιγαν τον δρόμο για μια πιο «αυτόνομη» Ευρώπη, που θα στρεφόταν προς την κινεζική αγορά. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες συγκλίνουν πλέον σε μια κοινή αντιμετώπιση του κινεζικού παράγοντα. Η οικονομική πίεση αυξάνεται, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να μειώνει τις ποσοστώσεις χάλυβα κατά 47% και να επιβάλλει δασμούς στα ηλεκτρικά οχήματα, ενώ ο Scott Bessent, υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, προωθεί τη χρήση οικονομικών εργαλείων ως μόνιμο μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής.
Με την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας να επιβραδύνεται και τις λιανικές πωλήσεις να σημειώνουν άνοδο μόλις 1% τον Ιούνιο, τα περιθώρια ελιγμών στενεύουν. Παρά τις προσπάθειες για διπλωματικές διασφαλίσεις, η έλλειψη σαφούς τέλους στον πόλεμο στην Ουκρανία και η εμπλοκή με το Ιράν καθιστούν το διεθνές περιβάλλον ιδιαίτερα εχθρικό για τις κινεζικές φιλοδοξίες. Το Πεκίνο καλείται πλέον να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας Δύσης που, παρά τις εσωτερικές της διαφωνίες, αρχίζει να αντιμετωπίζει την Κίνα ως έναν μακροπρόθεσμο στρατηγικό αντίπαλο.