Την περασμένη εβδομάδα, μια νέα ρύθμιση στην Κίνα ανάγκασε πολλούς ανθρώπους να αποχαιρετήσουν τις «σχέσεις» τους με ψηφιακούς συντρόφους. Από τις 15 Ιουλίου, η κυβέρνηση έθεσε την τεχνητή νοημοσύνη (AI) υπό στενή παρακολούθηση, καθώς η δημοτικότητα των αυτοματοποιημένων συνοδών είχε εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, οι αλληλεπιδράσεις ανθρώπου και AI δεν πρέπει να ενθαρρύνουν τη βία, ούτε να βλάπτουν τη σωματική και ψυχολογική υγεία των χρηστών. Παράλληλα, απαγορεύεται στα bots να παρασύρουν τους χρήστες σε αποκάλυψη μυστικών ή να δημιουργούν τέτοια εξάρτηση που να πλήττει τις πραγματικές τους σχέσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα παιδιά, με την απαγόρευση παροχής εικονικών συγγενών ή συντρόφων και την επιβολή διαφορετικών τρόπων λειτουργίας για ανηλίκους και ενηλίκους.
Μετά την επιβολή των κανόνων, κορυφαίοι πάροχοι υπηρεσιών AI, όπως το Doubao της ByteDance και το Qwen της Alibaba, προχώρησαν στην απενεργοποίηση των σχετικών υπηρεσιών. Πολλοί χρήστες θρηνούν την απώλεια ενός τόσο σημαντικού κομματιού της ζωής τους. Όπως ανέφερε μια γυναίκα, όταν μοιραζόταν τα προβλήματά της με άλλους ανθρώπους, τη χαρακτήριζαν υπερβολική, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη ήταν η μόνη που την άκουγε πραγματικά.
Για όσους έχουν δοκιμάσει την εμπειρία των «σχέσεων με AI», η γοητεία είναι φανερή. Οι bots προσφέρουν μια διέξοδο από τη ρουτίνα, επιτρέποντας στους χρήστες να ζήσουν φαντασιώσεις μέσω ρόλων, από έναν πανίσχυρο αυτοκράτορα μέχρι έναν χαμένο έρωτα από το παρελθόν. Είναι προσεκτικά, θυμούνται κάθε λεπτομέρεια και συμφωνούν σχεδόν πάντα μαζί σου.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο εθισμού και τη σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και ψηφιακού κόσμου. Αν και ο περιορισμός για τους εφήβους κρίνεται θετικός, η κίνηση θυμίζει την κυβερνητική παρέμβαση στα video games το 2021. Τότε, το Πεκίνο περιόρισε τον χρόνο παιχνιδιού των παιδιών στις τρεις ώρες την εβδομάδα, πλήττοντας εταιρείες όπως η Tencent και η NetEase, αλλά στην πράξη τα παιδιά βρήκαν τρόπους να παρακάμψουν τους περιορισμούς.
Το πρόβλημα παραμένει: η απαγόρευση δεν θεραπεύει τα αίτια της μοναξιάς ή του εθισμού. Όπως έδειξε μια έρευνα για τα «παιδιά που μένουν πίσω» στην Κίνα, η λύση δεν είναι μόνο ο περιορισμός της τεχνολογίας, αλλά η παροχή πραγματικής φροντίδας και δημιουργικών διεξόδων, όπως αποδείχθηκε σε ένα πρόγραμμα του κέντρου Beijing Sanzhi Children’s Aid Service Centre, όπου η πρόσβαση σε βιβλία έκανε τα παιδιά να στραφούν από τις οθόνες στο διάβασμα.