Η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έντονης διπλωματικής διαμάχης, καθώς η Αθήνα αντιδρά στο προτεινόμενο 21ο πακέτο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας. Το επίμαχο μέτρο προβλέπει την απαγόρευση της μεταφοράς ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσω ευρωπαϊκών πλοίων προς τρίτες χώρες. Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρηματολογεί ότι, ως κάτοχος του 60% του ευρωπαϊκού στόλου, η επιβολή τέτοιων κυρώσεων θα προκαλούσε δυσανάλογο οικονομικό πλήγμα στον κλάδο της ναυτιλίας, ο οποίος, μαζί με τον τουρισμό, αποτελεί πυλώνα της εθνικής οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, οι διπλωματικές σχέσεις με το Κίεβο δοκιμάζονται από ανησυχίες για την ασφάλεια. Τον Μάιο, ο εντοπισμός ενός ουκρανικού ναυτικού drone γεμάτου εκρηκτικά κοντά στη Λευκάδα προκάλεσε έντονο προβληματισμό. Ανώτερο κυβερνητικό στέλεχος δήλωσε στο Al Jazeera ότι η Ελλάδα δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, μετά από συνομιλίες, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Χάρης Θεοχάρης, επιβεβαίωσε ότι υπήρξε ανάληψη ευθύνης και συγγνώμη από την ουκρανική πλευρά, επιτρέποντας τη συνέχιση της συνεργασίας, ειδικά στον τομέα της ανοικοδόμησης υποδομών, όπως υδροηλεκτρικοί σταθμοί.
Παρά την προσεκτική στάση της, η Ελλάδα έχει συνεισφέρει συνολικά 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια μέσω ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς και 170 εκατομμύρια ευρώ σε διμερή στρατιωτική υποστήριξη. Ωστόσο, η Αθήνα παραμένει επιφυλακτική σχετικά με τη συμπαραγωγή συστημάτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones). Η ανησυχία για πιθανή κλιμάκωση του υβριδικού πολέμου από τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την ανάγκη προστασίας των υποδομών και την αποφυγή εμπλοκής σε άμεσες πολεμικές δράσεις, καθιστά την ελληνική προσέγγιση εξαιρετικά προσεκτική, παρά τη συμβολική σύνδεση που νιώθουν οι Ουκρανοί με τον αγώνα της Ελλάδας για ανεξαρτησία το 1821.