Οι αμερικανικές κυρώσεις που στοχεύουν διάφορα κράτη και η αυξανόμενη λίστα κινεζικών νόμων που επιχειρούν να αντισταθμίσουν αυτά τα μέτρα, μετατρέπουν σε «ναρκοπέδιο» τη συμμόρφωση για τις επιχειρήσεις στην Αφρική. Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η εξόρυξη, οι τράπεζες, οι τηλεπικοινωνίες, η τεχνολογία, η ενέργεια και οι υποδομές, βρίσκονται εκτεθειμένες ταυτόχρονα στις πιέσεις της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου.
Όπως επισημαίνει ο Cheta Nwanze, εταίρος στη συμβουλευτική εταιρεία SBM Intelligence με έδρα το Λάγος, οι νέες κινεζικές ρυθμίσεις δημιουργούν μια σύνθετη πρόκληση για την ήπειρο, καθώς δεν πρόκειται για μια απλή δυαδική επιλογή, αλλά για μια διαρκή πλοήγηση ανάμεσα σε αντικρουόμενες πιέσεις. Οι επενδυτές που έρχονται στην Αφρική αφιερώνουν πλέον σημαντικούς πόρους προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι δραστηριότητές τους δεν παραβιάζουν κανέναν από τους διεθνείς περιορισμούς.
Αυτή τη στιγμή, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, μέσω του OFAC, διατηρεί τουλάχιστον 37 ενεργά προγράμματα κυρώσεων. Μεταξύ των στόχων βρίσκονται η Κίνα, το Αφγανιστάν, η Κούβα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα, ενώ ορισμένες κυρώσεις αφορούν άμεσα αφρικανικές χώρες, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Αιθιοπία, το Μάλι, η Σομαλία, το Νότιο Σουδάν και το Σουδάν.
Από την πλευρά της, η Κίνα έχει απαντήσει συστηματικά με το δικό της νομικό οπλοστάσιο, όπως ο Νόμος Ελέγχου Εξαγωγών του 2020 και ο Νόμος κατά των Ξένων Κυρώσεων του 2021. Παράλληλα, έχει δημιουργήσει τη λίστα των «Αναξιόπιστων Οντοτήτων», ενώ τον Μάιο απαγόρευσε σε κινεζικές εταιρείες να εφαρμόζουν αμερικανικά μέτρα του OFAC κατά συγκεκριμένων διυλιστηρίων.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι ακόμη και αν μια συναλλαγή πραγματοποιείται αποκλειστικά εντός της Αφρικής, οι εμπλεκόμενες εταιρείες κινδυνεύουν να παραβιάσουν αμερικανικούς κανόνες εάν εμπλέκονται θυγατρικές με κινεζική συμμετοχή ή αν χρησιμοποιούν δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εμπειρία της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας MTN στο Ιράν το 2018, όπου λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, το 49% της συμμετοχής της στον τοπικό φορέα Irancell κατέστη «εγκλωβισμένο».