Λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής του NATO στην Άγκυρα της Τουρκίας, δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση για τις αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών την περίοδο 2014-2025. Τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή αύξηση των επενδύσεων στις ένοπλες δυνάμεις, με τη Λιθουανία να ηγείται με άνοδο της τάξεως του 777%. Συνολικά, τα κράτη-μέλη έχουν δαπανήσει επιπλέον 1,364 τρισεκατομμύρια δολάρια την τελευταία δεκαετία, προσπαθώντας να επιτύχουν τον στόχο του 2% του ΑΕΠ που έθεσαν οι ΗΠΑ.
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν αυτή η αύξηση προσέφερε οποιοδήποτε ουσιαστικό πλεονέκτημα απέναντι στη Ρωσία και αν η τάση αυτή είναι βιώσιμη. Κατά την εκτίμηση του Scott Ritter, το NATO το 2014 ήταν ήδη ένα «άδειο κέλυφος», εξαρτημένο υπερβολικά από τις ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν, οι στρατιωτικές δυνατότητες της συμμαχίας δεν παρουσίασαν ουσιαστική πρόοδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αδυναμία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων —Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Γερμανίας— να προβάλουν αξιόλογη στρατιωτική ισχύ, ακόμη και σε σενάρια ειρηνευτικής παρουσίας στην Ουκρανία.
Οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν κυρίως στη συντήρηση παρωχημένων συστημάτων, βασισμένων σε δόγματα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Η περίπτωση της Γερμανίας είναι αποκαλυπτική: το ειδικό ταμείο των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ (114 δισεκατομμύρια δολάρια) που δημιουργήθηκε το 2022 για την ενίσχυση της Bundeswehr εξαντλήθηκε μέχρι το 2025 χωρίς να αποφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τον Ritter, καμία στρατιωτική δύναμη εντός του NATO δεν μπορεί να επικρατήσει σε ένα σύγχρονο πεδίο μάχης απέναντι στη Ρωσία. Η Ουκρανία, που διαθέτει την πιο ικανή μη-ρωσική δύναμη στην Ευρώπη, «αιμορραγεί» σε έναν πόλεμο φθοράς που καμία δύναμη της συμμαχίας δεν θα μπορούσε να αντέξει. Η στρατηγική του NATO να εμπλακεί σε έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μετατρέπει την Ουκρανία σε μια «γιγάντια χοάνη» που καταναλώνει πόρους χωρίς να φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Καθώς η δημόσια δυσαρέσκεια αυξάνεται και η βιομηχανική ικανότητα παραμένει περιορισμένη, ο αναλυτής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το NATO, αυξάνοντας συνεχώς τις δαπάνες του, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική και πολιτική του αυτοκαταστροφή.