Στην Γκάμπια, η αγωνία των μητέρων για τον ακρωτηριασμό των γυναικών (FGM) έχει φτάσει στο κατακόρυφο, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο προετοιμάζεται να εκδώσει την κρίσιμη απόφαση για τη διατήρηση του νόμου που απαγορεύει τη βάρβαρη αυτή πρακτική. Για τις επιζήσασες, το διακύβευμα δεν είναι μόνο νομικό, αλλά αφορά την προστασία των θυγατέρων τους από το τραύμα που οι ίδιες βίωσαν.

Στην περιοχή Wellingara, μόλις 15 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Banjul, η 28χρονη Mariama Jabbie παρακολουθεί τις κόρες της να παίζουν, φοβούμενη μήπως υποστούν την ίδια οδυνηρή εμπειρία που καθόρισε τη δική της ζωή. Ο φόβος της εντάθηκε μετά τον θάνατο ενός βρέφους τριών μηνών στα τέλη του 2024, το οποίο κατέληξε έπειτα από μυστική διαδικασία ακρωτηριασμού. «Είμαι σε συνεχή επιφυλακή. Δεν θα επέτρεπα ποτέ να συμβεί στα παιδιά μου ό,τι πέρασα εγώ», δηλώνει χαρακτηριστικά η ίδια.

Το νομικό πλαίσιο, το οποίο θεσπίστηκε το 2015, ποινικοποιεί τον ακρωτηριασμό με ποινές που φτάνουν έως και την ισόβια κάθειρξη σε περιπτώσεις θανάτου. Παρά το γεγονός ότι ο νόμος έχει συμβάλει στον περιορισμό της πρακτικής, η επιβολή του παραμένει περιορισμένη, με τις πρώτες καταδίκες να σημειώνονται μόλις το 2023. Το Ανώτατο Ισλαμικό Συμβούλιο της χώρας υποστηρίζει την κατάργηση της απαγόρευσης, επικαλούμενο θρησκευτικούς λόγους, προκαλώντας την έντονη αντίδραση οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του UNICEF, που τονίζουν πως κανένα έθιμο δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη βία κατά των παιδιών.

Καθώς η κοινωνία της Γκάμπια περιμένει την ετυμηγορία, οι ακτιβίστριες, όπως η Fatou Baldeh, προειδοποιούν ότι η όποια χαλάρωση της νομοθεσίας θα στείλει ένα επικίνδυνο μήνυμα, αφήνοντας χιλιάδες κορίτσια εκτεθειμένα σε έναν κίνδυνο που η πολιτεία οφείλει να αποτρέψει.