Η πρόσφατη συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρόεδρο της Κίνας Xi Jinping και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump άφησε πίσω της ερωτηματικά, καθώς η εξωτερική πολιτική φαίνεται πλέον να εξαρτάται επικίνδυνα από την προσωπική χημεία των δύο ηγετών. Αναλυτές και πρώην αξιωματούχοι των ΗΠΑ τονίζουν ότι η έλλειψη διαφάνειας, οι υποτονικές συμφωνίες και η απουσία ουσιαστικών αποτελεσμάτων δείχνουν μια σχέση που στερείται γερά θεμέλια.
Ο Evan Medeiros, πρώην στέλεχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, επισημαίνει ότι ο Donald Trump έχει αναλάβει προσωπικά τον έλεγχο της κινεζικής πολιτικής, αγνοώντας συχνά τους ειδικούς. Μετά τη μείωση του προσωπικού στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας κατά 40% κατά τη δεύτερη θητεία του, η ομάδα που ασχολείται με την Κίνα έχει αποδεκατιστεί. Ο ίδιος ο πρόεδρος υποστηρίζει ότι προτιμά το «ένστικτο» από τις συμβουλές των ειδικών, μια προσέγγιση που, κατά τους αναλυτές, αφήνει τις ΗΠΑ εκτεθειμένες.
Τα αποτελέσματα της συνάντησης ήταν φτωχά: η συμφωνία για πώληση αγροτικών προϊόντων αξίας 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων παραμένει κάτω από τα επίπεδα του 2022, ενώ η παραγγελία για 200 αεροσκάφη Boeing υπολείπεται κατά πολύ των προσδοκιών. Παράλληλα, ο Craig Singleton από το FDD υπογραμμίζει ότι η Κίνα, υπό τον Xi Jinping, χρησιμοποιεί τη συνάντηση για να κερδίσει χρόνο, ενισχύοντας την εγχώρια βιομηχανία και μειώνοντας την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, ακόμη και απειλώντας με περιορισμούς στις σπάνιες γαίες.
Η έλλειψη θεσμικών ομάδων εργασίας καθιστά τη διμερή σχέση εξαιρετικά ευάλωτη. Αν η προσωπική επαφή των δύο ηγετών κλονιστεί ή σταματήσει, δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας για να αποτραπεί η κλιμάκωση εντάσεων. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Allen Carlson από το Cornell University, το να βασίζεται κανείς αποκλειστικά σε πρόσωπα αυξάνει τον κίνδυνο μιας απότομης ρήξης, ειδικά όταν η διαχείριση της ισχύος γίνεται με τέτοιο ασταθή τρόπο.