Αυτή την εβδομάδα συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα για το Brexit, ένα γεγονός που αναμόρφωσε ριζικά το πολιτικό σκηνικό της Βρετανίας την τελευταία δεκαετία και συνεχίζει να επηρεάζει τις εξελίξεις. Το Brexit αποτέλεσε τον καταλύτη που ανέδειξε τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες και τις ιδεολογικές συγκρούσεις που ταλανίζουν τη χώρα.
Οι ρίζες του ζητήματος βρίσκονται στη σύνθετη σχέση της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και τη μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση, μια σχέση που πάντα προκαλούσε διχασμούς στα μεγάλα κόμματα, τόσο στους Συντηρητικούς όσο και στους Εργατικούς. Παρά το γεγονός ότι το 1975 το 67% των Βρετανών είχε ταχθεί υπέρ της παραμονής, η μετατροπή της Ένωσης σε ένα πολιτικό και ιδεολογικό μπλοκ μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993 αναζωπύρωσε τις εντάσεις.
Το 2015, ο τότε πρωθυπουργός David Cameron, επιδιώκοντας να ικανοποιήσει την εσωκομματική αντιπολίτευση, υποσχέθηκε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, εκτιμώντας λανθασμένα ότι η παραμονή θα επικρατούσε εύκολα. Ωστόσο, στις 23 Ιουνίου 2016, το 52% των Βρετανών ψήφισε υπέρ της αποχώρησης. Το αποτέλεσμα αυτό λειτούργησε ως διέξοδος για το εργατικό δυναμικό του Βορρά, που ένιωθε παραγκωνισμένο από την παγκοσμιοποίηση, τη μαζική μετανάστευση και την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, σε αντίθεση με τις ελίτ του Νότου που ευνοήθηκαν από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πορεία μέχρι την οριστική εφαρμογή της αποχώρησης, υπό την ηγεσία του Boris Johnson το 2019 με το σύνθημα «get Brexit done», σημαδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις και προσπάθειες υπονόμευσης από πολιτικούς, δικαστικούς και οικονομικούς κύκλους. Ακόμη και σήμερα, με τη βρετανική πολιτική να κυριαρχείται από θέματα όπως το κόστος διαβίωσης και η μετανάστευση, το Brexit παραμένει ένα ζωντανό ζήτημα. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων πολιτικών για επαναπροσέγγιση με τις Βρυξέλλες, το βαθύ ρήγμα μεταξύ Βορρά και Νότου παραμένει αγεφύρωτο, επιβεβαιώνοντας ότι το δημοψήφισμα δεν ήταν απλώς μια οικονομική επιλογή, αλλά μια κραυγή αγωνίας ενός μεγάλου τμήματος της βρετανικής κοινωνίας.