Η Νότια Αφρική βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επικίνδυνη έξαρση ξενοφοβικών αισθημάτων. Το τελευταίο διάστημα, ομάδες πολιτών περιπολούν στις γειτονιές, στοχοποιούν επιχειρήσεις και επιρρίπτουν στους μετανάστες την ευθύνη για την εγκληματικότητα, την ανεργία και την κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών. Παρά την έκδηλη οργή των πολιτών, η οποία πηγάζει από την καθημερινή οικονομική εξαθλίωση και την έλλειψη προοπτικών για τους νέους, η συγκεκριμένη στάση αποτελεί λανθασμένη κατεύθυνση.
Όπως επισημαίνει ο Zwelinzima Vavi, οι μετανάστες δεν ευθύνονται για την ανεργία, την αποβιομηχάνιση ή τη διαφθορά που μαστίζει τη χώρα. Οι ρίζες της κρίσης στη Νότια Αφρική είναι πολύ βαθύτερες, καθώς η ακραία ανισότητα παραμένει κληρονομιά αιώνων αποικιοκρατίας και απαρτχάιντ. Παρά την πολιτική αλλαγή του 1994, οι οικονομικές δομές που συγκεντρώνουν τον πλούτο στα χέρια μιας μειοψηφίας παρέμειναν άθικτες.
Η ιστορία διδάσκει ότι σε περιόδους κρίσης, η προσοχή συχνά αποσπάται από τα πραγματικά προβλήματα και στρέφεται κατά ευάλωτων ομάδων, όπως συμβαίνει σήμερα με παρόμοιες τάσεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η στρατηγική διαίρεσης ωφελεί μόνο εκείνους που κατέχουν την οικονομική και πολιτική εξουσία, καθώς οι εργαζόμενοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους αντί να οργανώνονται για κοινά αιτήματα.
Φυσικά, η Νότια Αφρική οφείλει να μεταρρυθμίσει το σύστημα μετανάστευσης, να καταπολεμήσει τη διαφθορά στους θεσμούς και να αντιμετωπίσει τα εγκληματικά δίκτυα διακίνησης ανθρώπων. Ωστόσο, η βία και η αυτοδικία δεν αποτελούν λύση για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Το συνδικαλιστικό κίνημα καλείται να πρωτοστατήσει, προωθώντας την αλληλεγγύη μεταξύ όλων των εργαζομένων και πιέζοντας για ουσιαστικές κρατικές πολιτικές που θα διασφαλίζουν κοινωνική δικαιοσύνη και δίκαιη ανακατανομή του πλούτου. Η επιλογή για τους Νοτιοαφρικανούς είναι ξεκάθαρη: είτε ο δρόμος του φόβου και του κατακερματισμού, είτε η ενότητα για την επίλυση των πραγματικών αιτιών της κρίσης.