Βαριές καμπάνες επιβλήθηκαν σε οκτώ διαδηλωτές στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για επεισόδια που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο κέντρο κράτησης μεταναστών Prairieland, κοντά στο Ντάλας. Η δικαιοσύνη επέβαλε εξοντωτικές ποινές, με τον πρώην έφεδρο πεζοναύτη Benjamin Song να καταδικάζεται σε 100 χρόνια κάθειρξη, καθώς θεωρήθηκε ο βασικός υπεύθυνος για τους πυροβολισμούς που τραυμάτισαν αστυνομικό στις 4 Ιουλίου.
Οι υπόλοιποι επτά συγκατηγορούμενοι έλαβαν ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται από 30 έως 70 έτη. Η δίκη χαρακτηρίστηκε από την έντονη αντιπαράθεση μεταξύ κατηγορίας και υπεράσπισης, με τους εισαγγελείς να κάνουν λόγο για πράξη τρομοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι οι δράστες συνδέονται με την οργάνωση antifa, την οποία ο Πρόεδρος Donald Trump έχει χαρακτηρίσει «εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση».
Ο δικαστής Reed O’Connor απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ειρηνικής διαμαρτυρίας, δηλώνοντας πως πρόκειται για «επίθεση στη δημοκρατία». Από την πλευρά τους, οι δικηγόροι υπεράσπισης κατήγγειλαν τις αποφάσεις, τονίζοντας πως δεν υπήρξε προσχεδιασμένη ενέδρα και ότι πολλοί από τους εμπλεκόμενους είτε δεν έφεραν όπλα, είτε δεν συμμετείχαν καν στον σχεδιασμό της συγκέντρωσης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Daniel Sanchez Estrada, ο οποίος καταδικάστηκε σε 30 χρόνια κάθειρξη, παρότι ο συνήγορός του υποστηρίζει ότι δεν βρισκόταν καν στο σημείο την ώρα των πυροβολισμών, παρά μόνο μετέφερε προσωπικά αντικείμενα.
Η απόφαση έχει προκαλέσει ανησυχία σε οργανώσεις για τα πολιτικά δικαιώματα, οι οποίες προειδοποιούν ότι η ποινική δίωξη βάσει νόμων περί τρομοκρατίας ενδέχεται να περιορίσει δραματικά την ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι, όπως αυτή κατοχυρώνεται από την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Ο Acting Attorney General Todd Blanche χαιρέτισε την απόφαση, δηλώνοντας πως όσοι επιτίθενται σε αστυνομικούς και κυβερνητικές εγκαταστάσεις θα έρχονται αντιμέτωποι με την «αμείλικτη δικαιοσύνη».