Η Μαυριτανία επιχειρεί μια δυναμική επάνοδο στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, αναζητώντας να αφήσει πίσω της μια περίοδο έντονης ανασφάλειας. Για τους κατοίκους, όπως η Fatima Cheikh Mohammad Bouya, η οποία φυλάσσει το εντυπωσιακό γεωλογικό μνημείο Richat Structure –γνωστό και ως «Μάτι της Αφρικής»–, ο τουρισμός αποτελεί μια κρίσιμη πηγή εισοδήματος που ανακάμπτει με αργά αλλά σταθερά βήματα.
Στο παρελθόν, περίπου 30.000 τουρίστες επισκέπτονταν ετησίως τη χώρα. Ωστόσο, η δράση ένοπλων ομάδων από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, με αποκορύφωμα τη δολοφονία τεσσάρων Γάλλων τουριστών το 2007 κοντά στην πόλη Aleg, οδήγησε στην κατάρρευση του κλάδου και τη φυγή των ξένων επισκεπτών. Η κυβέρνηση απάντησε με ενίσχυση της ασφάλειας, ανάπτυξη υποδομών σε απομακρυσμένες περιοχές και συνεργασία με θρησκευτικούς ηγέτες ενάντια στον εξτρεμισμό. Σημαντικό είναι το γεγονός πως από το 2011 δεν έχει καταγραφεί καμία επίθεση.

Σήμερα, η Μαυριτανία διαφημίζεται ως ένας από τους τελευταίους ασφαλείς προορισμούς για εξερεύνηση της Σαχάρας. Οι προσπάθειες αποδίδουν καρπούς: οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 166% μεταξύ 2018 και 2019, ενώ για το τρέχον έτος υπολογίζεται ότι περίπου 7.000 επισκέπτες έχουν ήδη εξερευνήσει τη χώρα. Παράλληλα, με το άνοιγμα του πρώτου διεθνούς ξενοδοχείου, της αλυσίδας Sheraton, στο Nouakchott, η χώρα ξεκινά να εκσυγχρονίζει τις παροχές της. Παρότι οι υποδομές παραμένουν λιτές, ταξιδιώτες και ειδικοί, όπως ο Sean Connolly, επισημαίνουν ότι η έλλειψη μαζικού τουρισμού και η γνήσια νομαδική φιλοξενία είναι ακριβώς αυτά που καθιστούν τη Μαυριτανία έναν μοναδικό, ανεξερεύνητο προορισμό.