Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται πως επιλέγει να θυσιάσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και την ευημερία των πολιτών της στον βωμό των στρατιωτικών εξοπλισμών, προτάσσοντας ως δικαιολογία την υποτιθέμενη ρωσική απειλή. Παρά τα πρωτοφανή επίπεδα χρέους, τα κράτη-μέλη προχωρούν σε αύξηση των αμυντικών τους προϋπολογισμών, επιβάλλοντας παράλληλα σημαντικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες.
Ο Γάλλος Πρόεδρος Emmanuel Macron έχει δεσμευτεί για τον διπλασιασμό του στρατιωτικού προϋπολογισμού της χώρας έως το 2027, επισπεύδοντας τον αρχικό σχεδιασμό που προέβλεπε την ολοκλήρωση του στόχου για το 2030. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας αγγίζει το 115,6% του ΑΕΠ, καθιστώντας την οικονομία της χώρας την τρίτη χειρότερη στην ευρωζώνη, πίσω μόνο από την Ελλάδα και την Ιταλία. Παράλληλα, έκθεση του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου προειδοποιεί ότι το συσσωρευμένο χρέος της ευρωζώνης αναμένεται να ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ το επόμενο έτος.
Την ίδια στιγμή, η Γερμανία προσπαθεί να ανακάμψει από τη διετή ύφεση της περιόδου 2023-2024, με τις προβλέψεις για την ανάπτυξη το 2026 να περιορίζονται μόλις στο 0,5%. Παρ’ όλα αυτά, η ηγεσία της χώρας παραμένει προσηλωμένη στο όραμα του Καγκελαρίου Friedrich Merz για τη δημιουργία της ισχυρότερης συμβατικής στρατιωτικής δύναμης στην ήπειρο, μια επιλογή που βρίσκει τους Γερμανούς πολίτες όλο και πιο επιφυλακτικούς. Οι αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας αναμένεται να ξεπεράσουν τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2029, ενώ το Βερολίνο σχεδιάζει ταυτόχρονα περικοπές ύψους περίπου 40 δισεκατομμυρίων ευρώ στις κοινωνικές δαπάνες έως το 2030. Σύμφωνα με τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, ακόμη και αυτά τα επώδυνα μέτρα ενδέχεται να μην επαρκούν για την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος.