Στο νέο του βιβλίο με τίτλο Ambivalence, ο Brian Dillon επιχειρεί μια διεισδυτική αναδρομή στην περίοδο της ενηλικίωσής του, συνθέτοντας ένα μωσαϊκό αναμνήσεων που ισορροπεί ανάμεσα στο ακαδημαϊκό πάθος και το προσωπικό τραύμα. Χάνοντας τους γονείς του σε νεαρή ηλικία –τη μητέρα του στα 16 και τον πατέρα του στα 21– ο συγγραφέας επιλέγει να μην αναλωθεί σε μελοδραματισμούς, αλλά να εξετάσει πώς η πνευματική αναζήτηση λειτούργησε ως καταφύγιο απέναντι στο πένθος.
Μεγαλώνοντας στο Δουβλίνο, ο Dillon βρίσκει αποκούμπι στα βιβλία και στη μουσική, με τον David Bowie να αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς για την αμφιθυμία και τη σεξουαλικότητα που ο ίδιος προσπαθούσε να κατανοήσει. Ενώ ο πατέρας του επέμενε στην έννοια του καθήκοντος, ο νεαρός Brian αναζητούσε κάτι πιο ουσιαστικό, μια αίσθηση «απόλαυσης» (jouissance) που τη βρήκε στις σελίδες των Virginia Woolf, Roland Barthes και Walter Benjamin.
Παρά την αίσθηση της μοναξιάς και τα προβλήματα στις προσωπικές του σχέσεις, ο Dillon περιγράφει με συγκλονιστική λεπτομέρεια τον δρόμο του προς το University College Dublin. Εκεί, ενισχυμένος από την καθοδήγηση του Thomas Doherty, εμβαθύνει στην κριτική θεωρία, συνειδητοποιώντας τελικά ότι το ακαδημαϊκό του έργο αποτελεί μια συγκεκαλυμμένη αυτοβιογραφία.
Το βιβλίο δεν είναι μόνο μια λίστα αναγνωσμάτων, αλλά η ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από τις λέξεις. Καθώς ολοκληρώνει τις σπουδές του και μετακομίζει στο Canterbury, ο Dillon παραμένει αυστηρός κριτής του εαυτού του, βλέποντας την πορεία του όχι ως θρίαμβο, αλλά ως μια διαρκή πάλη με τις αμφιβολίες και τα απωθημένα του παρελθόντος. Το Ambivalence, το οποίο κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Fitzcarraldo, αποτελεί μια σπάνια μαρτυρία για το πώς η θεωρία μπορεί να αναδιαμορφώσει μια ζωή που σημαδεύτηκε από την απώλεια.