Αν αναζητήσετε τη σειρά Baby Reindeer στο Netflix, θα τη βρείτε καταχωρημένη στην κατηγορία της κωμωδίας. Η κατάταξη αυτή ίσως προκαλεί έκπληξη σε όσους την έχουν παρακολουθήσει, καθώς η εμπειρία που προσφέρει το έργο του Richard Gadd βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο ψυχολογικό θρίλερ και τον τρόμο, παρά στο χιούμορ. Ωστόσο, η ετικέτα αυτή είναι εύκολα εξηγήσιμη, καθώς το Baby Reindeer βασίστηκε στην παράσταση του Gadd στο Edinburgh, η οποία είχε κωμικές αναφορές.

Αντίθετα, κανείς δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κωμωδία τη νέα δουλειά του Gadd, με τίτλο Half Man. Πρόκειται για το πιο δυσάρεστο και «βαρύ» τηλεοπτικό περιεχόμενο που έχει προβληθεί πρόσφατα. Η σειρά αποτυπώνει έναν κόσμο απόλυτης απελπισίας, όπου η ωμότητα δεν έχει τέλος. Ο χαρακτήρας του Ruben, που ενσαρκώνει ο Stuart Campbell, είναι ένας αδίστακτος ταραχοποιός του οποίου οι βίαιες επιθέσεις επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, που οι σκηνές αυτές έχουν καταλήξει να αποτελούν το μοτίβο ολόκληρης της σειράς.
Το Half Man συχνά συγκρίνεται με τις πιο ζοφερές στιγμές της σειράς Black Mirror ή την ατμόσφαιρα του The Leftovers, όμως υστερεί στην ικανότητα να προσφέρει έστω και ελάχιστες δόσεις ειρωνείας ή λύτρωσης. Παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες και την ευφυή σκηνοθεσία, η σειρά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια ατελείωτη ροή βασανιστηρίων, θυμίζοντας, σύμφωνα με πολλούς κριτικούς, έργο ενός εφήβου που προσπαθεί να προκαλέσει για να γίνει αρεστός.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο του Half Man παραμένει ο μετα-σχολιασμός της επιτυχίας του Baby Reindeer. Στο τέλος της σειράς, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Jamie Bell γίνεται συγγραφέας, γράφοντας για τα τραύματά του, μόνο και μόνο για να βρεθεί αντιμέτωπος με δημοσιογράφους που αναζητούν την πραγματική έμπνευση πίσω από το έργο του. Αυτή η αυτοαναφορική διάσταση δίνει στο Half Man μια ιδιαιτερότητα, η οποία όμως δυστυχώς πνίγεται μέσα σε μια υπερβολική δόση ωμού ρεαλισμού και θεματικής ασάφειας.