Η σχέση της Virginia Evans με το διάβασμα ξεκίνησε από την παιδική της ηλικία, με τις πρώτες αναγνωστικές της αναμνήσεις να την τοποθετούν δίπλα στη μεγαλύτερη αδερφή της. Τα βιβλία που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της ήταν εκείνα που προσέφεραν μια διέξοδο στη φαντασία, όπως το «The Velveteen Rabbit» της Margery Williams, η ποίηση του Shel Silverstein, αλλά και κλασικές σειρές μυστηρίου και φαντασίας, όπως το «The Boxcar Children» και η σειρά «Narnia». Όπως παραδέχεται η ίδια, πάντα ένιωθε την ανάγκη να δραπετεύει σε κόσμους όπου τα ζώα μιλούν, ο χρόνος ταξιδεύει και τα πάντα είναι δυνατά.
Η λογοτεχνική της ωρίμανση ήρθε στα 15 της χρόνια με το έργο «The Grapes of Wrath» του John Steinbeck, το οποίο της αποκάλυψε τη δύναμη της μυθοπλασίας να αποδίδει την πολυπλοκότητα της ζωής. Σημαντικό ρόλο στην πνευματική της πορεία έπαιξε και η Joan Didion, η γραφή της οποίας την αναγκάζει να επανεκτιμά τον κόσμο, την πολιτική και τις ανθρώπινες σχέσεις.
Η απόφαση να γίνει συγγραφέας εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών της, όταν διάβασε το «Interpreter of Maladies» της Jhumpa Lahiri, ενώ για την κλασική λογοτεχνία χρειάστηκε χρόνο. Το «Pride and Prejudice» της Jane Austen, αν και την είχε δυσκολέψει στα νεανικά της χρόνια, έγινε μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της όταν το ξαναδιάβασε στα 20 της. Σήμερα, βιβλία όπως το «Rebecca» της Daphne du Maurier και το «East of Eden» του Steinbeck αποτελούν σταθερές αναγνώσεις της, ενώ το «Little Women» της Louisa May Alcott της προκάλεσε έντονη συγκίνηση όταν το ανακάλυψε αργότερα στη ζωή της, ταυτιζόμενη με τις δυσκολίες της ηρωίδας Jo.
Αυτή την περίοδο, η Virginia Evans διαβάζει ξανά το «While I Was Gone» της Sue Miller, ενώ για στιγμές χαλάρωσης προτείνει βιβλία όπως το «The Uncommon Reader» του Alan Bennett και το «Beautiful Ruins» του Jess Walter. Το βιβλίο της «The Correspondent» βρίσκεται στη βραχεία λίστα για το βραβείο Women’s Prize.