Ο Sonny Rollins, ένας από τους κορυφαίους σαξοφωνίστες της τζαζ όλων των εποχών, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών. Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσε ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεών του, Terri Hinte, ενώ η ανακοίνωση στην επίσημη ιστοσελίδα του καλλιτέχνη έγινε με λόγια βαθιάς θλίψης και αγάπης. Αν και δεν ανακοινώθηκαν τα αίτια του θανάτου του, ο «κολοσσός του σαξοφώνου», όπως ήταν ευρύτερα γνωστός, άφησε την τελευταία του πνοή το απόγευμα της Δευτέρας στο σπίτι του στο Woodstock της Νέας Υόρκης.
Ο Rollins υπήρξε ένας από τους τελευταίους εν ζωή αστέρες της γενιάς του bebop, η οποία επαναπροσδιόρισε την τζαζ μετατρέποντάς την από μια μορφή μουσικής για χορό σε μια γλώσσα υψηλής καλλιτεχνικής έκφρασης. Κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας του, κυκλοφόρησε περισσότερα από 60 άλμπουμ, συνεργαζόμενος με θρύλους όπως ο Miles Davis, ο Thelonious Monk και ο John Coltrane. Η ικανότητά του στον αυτοσχεδιασμό ήταν μοναδική, με τον Branford Marsalis να τον χαρακτηρίζει ως τον «μεγαλύτερο αυτοσχεδιαστή στην ιστορία της τζαζ» δίπλα στον Louis Armstrong.

Γεννημένος το 1930 στο Harlem της Νέας Υόρκης, ο Walter Theodore Rollins, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ξεκίνησε να μαθαίνει σαξόφωνο σε ηλικία μόλις επτά ετών. Η καριέρα του δεν ήταν χωρίς σκοτεινές περιόδους· ο ίδιος είχε μιλήσει ανοιχτά για τον εθισμό του στην ηρωίνη και την εμπλοκή του σε ένοπλη ληστεία το 1950, για την οποία φυλακίστηκε στο Rikers Island. Κατάφερε ωστόσο να απεξαρτηθεί το 1955, γεγονός που οδήγησε σε μια εκρηκτική δημιουργική περίοδο, χαρίζοντάς μας αριστουργήματα όπως το Saxophone Colossus (1956) και το Freedom Suite (1958).

Ο σπουδαίος καλλιτέχνης απέδειξε τη δύναμη της ψυχής του και κατά τη διάρκεια της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του κοντά στο World Trade Center κρατώντας μόνο το σαξόφωνό του. Μετά τη διάγνωσή του με πνευμονική ίνωση το 2014, αποσύρθηκε από τη σκηνή, δηλώνοντας πως, παρά τη θλίψη του που δεν μπορούσε πλέον να παίξει, ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη ζωή που έζησε ως μουσικός, κυνηγώντας πάντα το «κάτι παραπάνω» πέρα από το όνομα και τη φήμη του.