Η ταινία I See Buildings Fall Like Lightning, σε σκηνοθεσία της Clio Barnard, αποτελεί μια καθηλωτική κοινωνική ρεαλιστική απεικόνιση που ξεχωρίζει για την ειλικρίνεια και το πάθος της. Με πρωταγωνιστές μια ομάδα πέντε νέων ανθρώπων από το Birmingham, το έργο εξερευνά τη σταδιακή αποξένωση και την κρίση που ξεσπά ανάμεσα σε φίλους οι οποίοι βρίσκονται στο κατώφλι της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους.
Η ιστορία, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Kieran Goddard σε σενάριο του Enda Walsh, παρακολουθεί τον Rian (Joe Cole), ο οποίος έχοντας κληρονομήσει χρήματα, καταφέρνει να πλουτίσει μέσω διαδικτυακών επενδύσεων, εγκαταλείποντας τη λιτότητα των φίλων του για ένα ψυχρό διαμέρισμα στο London. Η οικονομική του άνοδος δημιουργεί ρωγμές στην παρέα, πυροδοτώντας αντιδράσεις και επανεκτιμήσεις για τη ζωή. Ο Conor (Daryl McCormack), γιος οικοδόμου, ξεκινά μια κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία Dedalus —παραπέμποντας στον μυθικό αρχιτέκτονα— προσπαθώντας να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένειά του, ενώ ο Patrick (Anthony Boyle) καταναλώνεται από την κατάθλιψη και το μίσος για ένα σύστημα που θεωρεί ότι εκμεταλλεύεται τον μόχθο του.
Η σκηνοθέτις χρησιμοποιεί το ζήτημα της στέγασης ως κεντρικό πυρήνα του έργου, ανασύροντας μνήμες από την κατεδάφιση των πολυκατοικιών στο Birmingham. Μέσα από τις αντιθέσεις μεταξύ των ηρώων —από την αφοσιωμένη μητέρα Shiv (Lola Petticrew) μέχρι τον Oli (Jay Lycurgo) που αναζητά τη λύτρωση μέσα από την υιοθεσία ενός σκύλου— η ταινία που προβλήθηκε στο Cannes Film Festival θέτει κρίσιμα ερωτήματα για το αν η κατοικία αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα ή επενδυτικό προϊόν. Το αποτέλεσμα είναι ένα γλυκόπικρο, βαθιά ανθρώπινο δράμα που παραμένει στη μνήμη του θεατή, ισορροπώντας ανάμεσα στην απελπισία και την ελπίδα.