Οι κινεζικές εταιρείες πληρώνουν ακριβά την άγνοια των ευρωπαϊκών νόμων, καθώς προσπαθούν να επεκταθούν στη διεθνή αγορά για να ξεφύγουν από τον κορεσμό και τον σκληρό ανταγωνισμό στην πατρίδα τους. Η στρατηγική τους, που βασίζεται στην ταχύτητα, τη μείωση του κόστους και τις προσωπικές γνωριμίες, συχνά προσκρούει στο περίπλοκο και αυστηρά ελεγχόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα κινεζικής εταιρείας μπαταριών που σχεδίαζε εργοστάσιο στο Βέλγιο. Το έργο πάγωσε όταν η εταιρεία συνειδητοποίησε ότι οι μισθοί στη χώρα είναι συνδεδεμένοι με τον πληθωρισμό, ένα επιπλέον κόστος που δεν είχε προβλέψει λόγω της προσπάθειάς της να κάνει οικονομία σε νομικές συμβουλές. Αντί να προσλάβουν ειδικούς, πολλά κινεζικά στελέχη συλλέγουν αποσπασματικές πληροφορίες από διάφορα γραφεία, καταλήγοντας σε μια επιφανειακή εικόνα της πραγματικότητας.
Η νοοτροπία αυτή αποδεικνύεται επικίνδυνη, ειδικά μετά την εισαγωγή του κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις (FSR) το 2023. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί πλέον αυτό το εργαλείο για να ερευνήσει κινεζικούς κολοσσούς σε τομείς όπως η αιολική ενέργεια και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Ένα ηχηρό παράδειγμα ήταν η απώλεια συμβολαίου για τη γραμμή του μετρό στη Λισαβόνα από την κινεζική CRRC, καθώς η εταιρεία δεν μπόρεσε να παράσχει τα απαραίτητα έγγραφα για τις κρατικές επιδοτήσεις που είχε λάβει.
Οι νομικοί σύμβουλοι, όπως η Xiufang Tu από το γραφείο Daldewolf και ο Yifan Zhu από τη Noerr, προειδοποιούν ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις πρέπει να αντιληφθούν πως οι νομικές υπηρεσίες στην Ευρώπη δεν είναι περιττό έξοδο, αλλά «ασφάλεια». Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Δανία, η έλλειψη προετοιμασίας μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Ακόμη και το Πεκίνο έχει αρχίσει να ανησυχεί, με τον πρέσβη της Κίνας στην Ισπανία, Yao Jing, να τονίζει πρόσφατα ότι η νομική υποστήριξη είναι πλέον επιβεβλημένη για κάθε επιχείρηση που θέλει να σταθεί στην ευρωπαϊκή αγορά.