Στο αριστούργημα “The Apology”, η Anne Finch, Κόμισσα του Winchilsea, μια σπουδαία ποιήτρια του 18ου αιώνα, υπερασπίζεται με πνεύμα και σπιρτάδα το δικαίωμά της να ασχολείται με την ποίηση, ένα πεδίο που τότε θεωρούνταν αποκλειστικά αντρικό. Το ποίημα, γραμμένο με την τεχνική των ηρωικών δίστιχων, ξεκινά με μια αυτοσαρκαστική παραδοχή: “Αλήθεια, γράφω”. Ωστόσο, η Finch αμέσως θέτει το ερώτημα γιατί εκείνη, ως γυναίκα, απαγορεύεται να “παίζει τον τρελό”, να ακολουθεί τη μούσα στα λιβάδια και να επιλέγει φανταστικές ιδέες για την ευχαρίστησή της.
Σε μια εποχή όπου γυναίκες όπως η Myra “βάφουν το πρόσωπό τους” και η Lamia αντλεί έμπνευση από “αρσενικά ποτήρια”, η Finch αναρωτιέται γιατί η δική της ενασχόληση με την ποίηση θεωρείται τόσο ματαιόδοξη. Απαντά ότι οι γυναίκες, όπως και οι άνδρες, είναι ικανές για φαντασία και σκέψη, θέτοντας έτσι το δικαίωμά τους στην τέχνη. Παρόλο που παραδέχεται ότι γράφει “άσχημα” και ότι ίσως θα έπρεπε να απόσχει, η εμμονή της παραμένει η ποίηση, ακόμα κι αν η επιτυχία φαντάζει αδύνατη.
Στο δεύτερο μέρος, η Finch επικαλείται τη φίλη της, Catherine Fleming (που αναφέρεται ως Flavia), για να ενισχύσει το επιχείρημά της. Η Flavia, παρά την απόρριψη που δέχθηκε στα δεκαπέντε της, εμφανίζεται στα σαράντα της με αυτοπεποίθηση, αποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες έχουν την ικανότητα να παρουσιάζουν τον εαυτό τους, ανεξαρτήτως ηλικίας ή κοινωνικών προκαταλήψεων. Η Finch τονίζει ότι κάθε γυναίκα έχει τη δική της αδυναμία, και η δική της είναι η γραφή, ακόμα και χωρίς ελπίδα επιτυχίας.
Τέλος, η Finch προσφέρει μια ισορροπημένη οπτική, αναγνωρίζοντας ότι η ατέλεια του ανθρώπινου είδους, από την εποχή της πτώσης, επηρεάζει όλους, ακόμη και τους “πονηρούς” άνδρες συγγραφείς, των οποίων τα έργα έχουν “λιγότερα να επαινέσουν παρά να συγχωρήσουν”. Με αυτή τη δήλωση, η Finch αποδεικνύει ότι η τέχνη της δεν είναι απλώς μια προσωπική επιθυμία, αλλά μια βαθιά πίστη στην ικανότητα των γυναικών να δημιουργούν και να εκφράζονται, διεκδικώντας τη θέση τους στον κόσμο της λογοτεχνίας.