Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο αναζητώ ταινίες όπου οι ρεαλιστικοί χαρακτήρες αλληλεπιδρούν με τρόπους γνώριμους και ανθρώπινους. Δεν χρειάζεται να πεθάνει κανείς, ούτε να διακυβεύονται τα πάντα για να νιώσω ότι το σινεμά με αντιμετωπίζει ως ενήλικα. Το Moneyball, αν και κυκλοφόρησε το 2011, μοιάζει με φιλμ της δεκαετίας του 1970, φέροντας το άρωμα των πολιτικών θρίλερ εκείνης της εποχής, όπου ένας μοναχικός άνδρας έρχεται σε ρήξη με ένα κατεστημένο σύστημα.
Παρά το γεγονός ότι εστιάζει στο μπέιζμπολ, το Moneyball αποτελεί μια σπουδή στην ανθρώπινη προσπάθεια. Ο Brad Pitt ενσαρκώνει τον Billy Beane, τον γενικό διευθυντή της ομάδας Oakland Athletics, που προσπαθεί να ανακαλύψει την κρυμμένη αξία στους παίκτες μέσω της ανάλυσης δεδομένων, προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική ανισότητα στον αθλητισμό. Μαζί με τον Jonah Hill, στον ρόλο του Peter Brand –που βασίστηκε στον Paul DePodesta–, προσφέρουν μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους.
Το σενάριο των Aaron Sorkin και Steven Zaillian, σε σκηνοθεσία Bennett Miller, καταφέρνει να μετατρέψει μια ιστορία για στατιστικές σε ένα βαθιά ανθρώπινο δράμα. Σε αντίθεση με το The Big Short, το οποίο εστιάζει υπερβολικά στην επιστήμη των αριθμών και την οικονομική εκμετάλλευση, το Moneyball διατηρεί μια ισορροπία. Εδώ, ο θεατής νοιάζεται για τους ήρωες, ακόμη και για τις αντιπαραθέσεις τους, όπως αυτή με τον προπονητή Art Howe, τον οποίο υποδύεται με οξύτητα ο Philip Seymour Hoffman.
Η ταινία δεν καταφεύγει σε εύκολα happy end, καθώς η ομάδα δεν κατακτά το World Series, ενώ ο Beane αρνείται τη μεγάλη καριέρα, αφήνοντας το κοινό να αναρωτιέται για τα κίνητρά του. Με την παρουσία του Chris Pratt σε έναν από τους πρώτους του ρόλους και την αισθητική αρτιότητα που χαρακτηρίζει τη σκηνοθεσία, το Moneyball αποδεικνύει ότι η ουσιαστική αφήγηση είναι αυτή που αντέχει στον χρόνο.