«Γοτθικό στυλ, πάντα προσπαθεί υπερβολικά», σχολιάζει ένας από τους χαρακτήρες του Will Maclean αντικρίζοντας για πρώτη φορά το ομώνυμο Solace House. Αυτή η αυτοσαρκαστική παρατήρηση διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα, το οποίο επιχειρεί να αποδώσει με συνέπεια ένα κλασικό δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας τρόμου, επιστρατεύοντας κάθε απαραίτητο στοιχείο του είδους.
Η ιστορία εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1993. Ο Alex Lane, φοιτητής χωρίς οικονομικούς πόρους, παραμένει μόνος στις εστίες του πανεπιστημίου του, προσπαθώντας να διαχειριστεί ένα αδιευκρίνιστο οικογενειακό τραύμα που τον κρατά μακριά από το σπίτι του. Την απομόνωσή του διακόπτει μια ευκαιρία για εργασία: ο καθαρισμός του Marshlands, ενός παλιού ψυχιατρείου που πρόκειται να μετατραπεί σε φοιτητική εστία. Δίπλα στο Marshlands δεσπόζει το Solace House, μια ερειπωμένη γοτθική έπαυλη που ανήκε στον εκκεντρικό ποιητή Edwin Flayne.
Καθώς η ομάδα των φοιτητών αρχίζει την εξερεύνηση, το Solace House αποκαλύπτει τα μυστικά του: έναν λαβύρινθο από στοίβες παλιών εφημερίδων, ένα τηλέφωνο που χτυπά στο κενό και την αίσθηση ότι ο χώρος αποτελεί μια «λεπτή τομή» όπου τα όρια του κόσμου μας καταρρέουν. Το βιβλίο, που ξεπερνά τις 500 σελίδες, κινείται με έντονο ρυθμό, θυμίζοντας ατμοσφαιρικά τηλεοπτικές σειρές όπως το True Detective, αλλά και το έργο συγγραφέων όπως ο HP Lovecraft και ο Arthur Machen.
Παρά την υπερβολή που χαρακτηρίζει συχνά το γοτθικό είδος, ο Will Maclean καταφέρνει να δημιουργήσει μια καθηλωτική αφήγηση. Η επιδέξια ανατροπή στο φινάλε του βιβλίου προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση για το αινιγματικό παρελθόν του Edwin Flayne και τα ποιητικά ερείπια που στοιχειώνουν την πλοκή. Το έργο Solace House κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Atlantic.