Η επιβολή μιας «ζώνης ασφαλείας» από το Ισραήλ στον νότιο Λίβανο, η οποία εκτείνεται πλέον και στα ύδατα της Μεσογείου, προκαλεί έντονη ανησυχία σε διεθνείς αναλυτές. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η κίνηση αυτή, την οποία το Ισραήλ αποκαλεί «Κίτρινη Γραμμή», δεν αποτελεί μόνο ένα στρατιωτικό μέτρο για την ανάσχεση της Hezbollah, αλλά ενδέχεται να κρύβει μια προσπάθεια ιδιοποίησης θαλάσσιων περιοχών που περιλαμβάνουν σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Η εν λόγω ζώνη, που ανακοινώθηκε από τον εκπρόσωπο του ισραηλινού στρατού Avichay Adraee στις 19 Απριλίου, καλύπτει περίπου το 6% του λιβανέζικου εδάφους και εισέρχεται βαθιά στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) του Λιβάνου. Το κρίσιμο σημείο της υπόθεσης είναι ότι η περιοχή αυτή περιλαμβάνει τα Block 8 και Block 9, τα οποία αποτελούν τμήμα του κοιτάσματος Qana, για το οποίο ο Λίβανος είχε εξασφαλίσει δικαιώματα εξερεύνησης μέσω της συμφωνίας του 2022, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ.
Ο Aref Fakhry, νομικός και καθηγητής στο World Maritime University στο Μάλμε, χαρακτηρίζει την ισραηλινή παρέμβαση ως «κατάφωρη αρπαγή γης και πόρων», τονίζοντας ότι παραβιάζει τόσο τη συμφωνία οριοθέτησης του 2022 όσο και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Παρά τις διεθνείς συμβάσεις, η κυβέρνηση του Benjamin Netanyahu φαίνεται να αμφισβητεί το πλαίσιο που συμφωνήθηκε, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας.

Από την πλευρά της, η Laury Haytayan, ειδικός σε θέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, επισημαίνει ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα του Ισραήλ ή διεθνών εταιρειών εντός της λιβανέζικης ΑΟΖ θα θεωρηθεί παράνομη. Αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τις πολυεθνικές εταιρείες να δραστηριοποιηθούν σε μια υπό κατοχή ζώνη, φοβούμενες τις νομικές επιπτώσεις. Ενώ ο Λίβανος αναζητά τρόπους διπλωματικής πίεσης μέσω του ΟΗΕ και των ΗΠΑ, η ανησυχία για την οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή των νότιων ακτών παραμένει κυρίαρχη, θυμίζοντας σε πολλούς την κατάσταση που επικρατεί στη Γάζα.