Μια «ανησυχητική» στροφή στην πολιτική του Καναδά απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες βρίσκεται σε εξέλιξη, ανατρέποντας τη μακροχρόνια πεποίθηση ότι η μετανάστευση αποτελεί αποκλειστικά πλεονέκτημα για το έθνος. Καθώς οι Καναδοί αντιμετωπίζουν πιέσεις από την κρίση στέγασης και το αυξημένο κόστος ζωής, η ρητορική γύρω από τους νεοεισερχόμενους έχει σκληρύνει, με την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Mark Carney να προχωρά σε περικοπές θεωρήσεων και περιορισμούς στο άσυλο.

Η Diana Gallego, συνδιευθύντρια του FCJ Refugee Centre στο Τορόντο, δηλώνει χαρακτηριστικά ότι ο Καναδάς «κλείνει τις πόρτες του», παρά την αντίθετη εικόνα που προβάλλει διεθνώς ο πρωθυπουργός. Η κυβέρνηση, υιοθετώντας σκληρότερη στάση, πέρασε πρόσφατα τον νόμο Bill C-12, ο οποίος παρέχει στην Οτάβα τη δυνατότητα μαζικής ακύρωσης βίζας, ακόμα και για μόνιμους κατοίκους, επικαλούμενη το «δημόσιο συμφέρον».

Η μεταστροφή ξεκίνησε επί κυβέρνησης Justin Trudeau, όταν οι μη μόνιμοι κάτοικοι έφτασαν τα 3,15 εκατομμύρια τον Οκτώβριο του 2024. Παρά την πτώση των αριθμών μετά την ακύρωση χιλιάδων αδειών σπουδών και εργασίας, η πολιτική πίεση παραμένει υψηλή. Το Συντηρητικό Κόμμα, επηρεασμένο από τη ρητορική του Donald Trump, ζητά ακόμη και την κατάργηση της ιθαγένειας λόγω γεννήσεως.

Ειδικοί, όπως ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Allan Rock, υπογραμμίζουν ότι η κυβέρνηση επιλέγει να στοχοποιεί τους μετανάστες για να αποσπάσει την προσοχή από τις δομικές αποτυχίες στη δημόσια υγεία και την οικονομία. Παρά τις καταγγελίες από οργανώσεις όπως η Amnesty International Canada, ο Mark Carney διατηρεί υψηλά ποσοστά αποδοχής, συνεχίζοντας μια πορεία που πολλοί αναλυτές, όπως ο καθηγητής John Carlaw, χαρακτηρίζουν ως περίοδο υποχώρησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον Καναδά.