Η πρόσφατη εκτίμηση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ίσως προσφέρει μια πρόσκαιρη ανακούφιση στις αγορές. Ωστόσο, η ουσία της κρίσης παραμένει βαθύτερη. Το κεντρικό ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τη διατήρηση των εμπορικών δρομολογίων ανοιχτών, αλλά το ποιος κατέχει τη δύναμη να επιβάλλει όρους πρόσβασης σε αυτά.
Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες που βρίσκονται σε εξέλιξη, τα στρατηγικά εμπορικά περάσματα μετατρέπονται σταδιακά σε πεδία πολιτικής διαχείρισης και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Ο κίνδυνος δεν έγκειται στην αποτυχία της διπλωματίας, αλλά στο ενδεχόμενο μιας λύσης που θα συγκαλύπτει την αστάθεια, παρουσιάζοντάς την ως μόνιμη σταθερότητα. Είναι χαρακτηριστικό πως το Ιράν σχεδιάζει τη δημιουργία αρχής διαχείρισης για τα Στενά του Ορμούζ, επιδιώκοντας να μετατρέψει την προσωρινή ισχύ του σε μόνιμο ρόλο ελέγχου των διελεύσεων και των διοδίων.
Αυτή η μετατόπιση επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια οικονομία. Χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, που εξαρτώνται από την ενέργεια του Κόλπου, αντιμετωπίζουν πλέον έναν κόσμο όπου το εμπόριο εξαρτάται από τις κυρώσεις, τη ναυτική ισχύ και τη διπλωματία κρίσεων. Η παγκοσμιοποίηση δεν καταρρέει, αλλά γίνεται πιο ευάλωτη σε γεωπολιτικές πιέσεις. Για τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, το μάθημα είναι ξεκάθαρο: η εποχή της ανεμπόδιστης ροής εμπορευμάτων χωρίς πολιτικό κόστος έχει παρέλθει, και η στρατηγική υποδομή δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ουδέτερη.