Η Ρωσία εξαπέλυσε μια από τις πιο σφοδρές νυχτερινές αεροπορικές επιθέσεις της στο Κίεβο, εκτοξεύοντας τον μεγαλύτερο αριθμό βαλλιστικών πυραύλων από την έναρξη του πολέμου, όπως επιβεβαίωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας. Οι επιδρομές, που διήρκεσαν ώρες την Κυριακή, προκάλεσαν τον θάνατο ενός ανθρώπου και τον τραυματισμό τουλάχιστον 15 ακόμη, πλήττοντας έξι διαφορετικές περιοχές της πόλης, σύμφωνα με την ουκρανική αστυνομία.
Η νέα αυτή κλιμάκωση αναδεικνύει τις κρίσιμες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ουκρανία, καθώς η έλλειψη πυρομαχικών για τα συστήματα αεράμυνας Patriot την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη στις βαλλιστικές απειλές. Την ίδια στιγμή, το εσωτερικό μέτωπο παραμένει τεταμένο, μετά την απομάκρυνση του υπουργού Άμυνας από τον πρόεδρο Volodymyr Zelenskyy, μια κίνηση που έχει πυροδοτήσει διαμαρτυρίες στους δρόμους και έντονη δυσφορία στις τάξεις του ουκρανικού στρατεύματος.
Στο πεδίο των επιθέσεων, οι ρωσικές δυνάμεις προκάλεσαν πυρκαγιές σε κατοικημένες περιοχές, γραφεία, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και οχήματα. Οι πυροσβεστικές δυνάμεις έδωσαν ολονύχτια μάχη με τις φλόγες στις συνοικίες Sviatoshynskyi, Shevchenkivskyi, Solomyanskyi, Desnianskyi και Dnipro. Ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών, Andrii Sybiha, χαρακτήρισε την πυραυλική επίθεση ως «βάναυση τρομοκρατική ενέργεια κατά της ουκρανικής πρωτεύουσας», ζητώντας αυστηρή απάντηση από τη διεθνή κοινότητα.
Παράλληλα, ρωσικές επιθέσεις με drones έπληξαν την περιφέρεια Dnipropetrovsk, σκοτώνοντας ένα άτομο, ενώ στην περιοχή Zaporizhia ένα επιβατικό τρένο χτυπήθηκε από drone, με αποτέλεσμα τον θάνατο του ελεγκτή της αμαξοστοιχίας. Σύμφωνα με την ουκρανική πολεμική αεροπορία, από τους 41 πυραύλους που εκτοξεύθηκαν συνολικά, αναχαιτίστηκαν οι 18. Σε απάντηση, η Ουκρανία προχώρησε σε πλήγματα κατά δύο ρωσικών δεξαμενόπλοιων στη Μαύρη Θάλασσα, επιδιώκοντας να διακόψει τον ανεφοδιασμό της κατεχόμενης από τη Ρωσία Crimea. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, δήλωσε πως προτίθεται να δώσει άδεια στην Ουκρανία για την εγχώρια παραγωγή πυραύλων αναχαίτισης Patriot, με στόχο την ενίσχυση της άμυνάς της, αν και το χρονοδιάγραμμα παραμένει αδιευκρίνιστο.