Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ενεπλάκησαν σε ορισμένες από τις πιο σφοδρές συγκρούσεις της τελευταίας περιόδου, διακόπτοντας την εύθραυστη κατάπαυση του πυρός που είχε επιτευχθεί στις 8 Απριλίου με τη μεσολάβηση του Πακιστάν. Η ένταση κλιμακώθηκε ραγδαία μετά την κατάρριψη ενός αμερικανικού ελικοπτέρου Apache κοντά στα Στενά του Ορμούζ την Τρίτη, με την Ουάσιγκτον να απαντά με αεροπορικά πλήγματα σε ιρανικό έδαφος.

Σύμφωνα με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), τα πλήγματα έπληξαν περιοχές όπως το Sirik, το Jask, το Minab, το νησί Qeshm και το λιμάνι Bandar Abbas. Ενώ ο αμερικανικός στρατός υποστήριξε πως στοχοποιήθηκαν αποκλειστικά εγκαταστάσεις επικοινωνιών και ραντάρ, ιρανικές πηγές και το πρακτορείο WANA ανέφεραν την καταστροφή δύο δεξαμενών νερού στην περιοχή Bamani, στο Sirik της επαρχίας Hormozgan.

Η επίθεση αυτή έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό, καθώς το Ιράν αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια μια πρωτοφανή κρίση λειψυδρίας. Οι καταστραφείσες δεξαμενές παρείχαν πόσιμο νερό σε περισσότερους από 20.000 κατοίκους στην πόλη Kouhestak και σε 10 γύρω χωριά, με το κόστος της ζημιάς να εκτιμάται μεταξύ 780.000 και 830.000 δολαρίων. Ο εκπρόσωπος της ιρανικής βιομηχανίας ύδατος, Isa Bozorgzadeh, κατήγγειλε το γεγονός ως έγκλημα πολέμου, υπενθυμίζοντας ότι το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο προστατεύει τις υποδομές πολιτών. Η κίνηση αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι πέρυσι το Ιράν συμπλήρωσε πέντε συνεχόμενα έτη ξηρασίας, με τα αποθέματα στα φράγματα, όπως το Amir Kabir, να βρίσκονται σε οριακά επίπεδα.
