Μια νέα πυρηνική συμφωνία 30 ετών μεταξύ των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας ήρθε στο προσκήνιο, προβλέποντας τη μεταφορά αμερικανικής πυρηνικής τεχνολογίας στο βασίλειο του Κόλπου. Παρά τις διαβεβαιώσεις των αμερικανικών αρχών ότι το πλαίσιο αφορά αποκλειστικά πολιτικές χρήσεις ενέργειας, η συμφωνία, η οποία κατατέθηκε στο Κογκρέσο των ΗΠΑ για επανεξέταση, έχει προκαλέσει ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας πυρηνικής κούρσας εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή.
Το κεντρικό ζήτημα της συμφωνίας αφορά τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου από το Ριάντ, γεγονός που αποτελεί κρίσιμο στάδιο για την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Αν και η αμερικανική κυβέρνηση, διά του Υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio, τονίζει ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα επιβλέπουν το έργο –με την εταιρεία Westinghouse να θεωρείται ο κύριος ανάδοχος– πολλοί αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί. Ο πρώην Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας, Avigdor Liberman, εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του, υποστηρίζοντας πως ένα πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα στη Σαουδική Αραβία θα καταλήξει μοιραία σε πυρηνικά όπλα.
Επιπλέον, οι αναλυτές ανησυχούν για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων σε μια περιοχή με υψηλή ένταση. Παραδείγματα όπως ο πυρηνικός σταθμός Bushehr στο Ιράν ή ο σταθμός Barakah στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν ήδη βρεθεί στο στόχαστρο κατά τη διάρκεια συγκρούσεων. Παρόλο που οι αντιδραστήρες δεν έχουν πληγεί απευθείας, μια ενδεχόμενη βλάβη στον πυρήνα θα μπορούσε να προκαλέσει καταστροφική διαρροή ραδιενεργών αερίων.

Το ερώτημα για την πρόσβαση σε ευαίσθητα υλικά παραμένει αναπάντητο, καθώς τα μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ αναφέρουν μια ρήτρα για μια εγκατάσταση εμπλουτισμού «μαύρου κουτιού», η οποία θα ανήκει στη Σαουδική Αραβία αλλά θα λειτουργεί από αμερικανικές εταιρείες. Ο Matthew Kroenig από το Atlantic Council επισήμανε ότι πρόκειται για μια πρωτοφανή ρύθμιση, εκφράζοντας τον φόβο ότι οι Σαουδάραβες θα αποκτήσουν την τεχνογνωσία που χρειάζονται για να δράσουν αυτόνομα στο μέλλον.