Σε κατάσταση απόλυτου τρόμου βρέθηκαν πλήρωμα και διασωθέντες πάνω στο πλοίο Sea-Watch 5, όταν στις 11 Μαΐου 2026, σκάφος της λιβυκής ακτοφυλακής άνοιξε πυρ εναντίον τους σε διεθνή ύδατα, βόρεια των ακτών της Λιβύης. Οι εθελοντές, που μόλις είχαν περισυλλέξει 90 άτομα, περιέγραψαν μια επίθεση δίχως προειδοποίηση, κατά την οποία ακούστηκαν τουλάχιστον 15 πυροβολισμοί.
Η Yasmin Ibrahim Elzanaty, δικηγόρος από την Αίγυπτο που επέβαινε στο πλοίο ως διαμεσολαβήτρια, περιέγραψε τις στιγμές αγωνίας: «Όλοι έτρεμαν. Είχαν μόλις βγει από μια εφιαλτική κατάσταση στη Λιβύη και βρέθηκαν ξανά υπό πυρά». Παρά τις διαπραγματεύσεις μέσω ασυρμάτου, οι ένοπλοι απείλησαν να επιβιβαστούν στο γερμανικής σημαίας σκάφος, απαιτώντας την επιστροφή του στην Τρίπολη.
Το περιστατικό αποτελεί κλιμάκωση της βίας που ασκείται από τη λιβυκή ακτοφυλακή —ένα σώμα που χρηματοδοτείται εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση— κατά πλοίων ΜΚΟ. Παρά την απρόκλητη επίθεση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε ότι σκοπεύει να συνεχίσει τη συνεργασία με τη Λιβύη. Την ίδια στιγμή, οι ιταλικές αρχές ξεκίνησαν ποινική έρευνα εις βάρος του κυβερνήτη του Sea-Watch 5, κατηγορώντας τον για «συνέργεια σε παράνομη μετανάστευση».
Η Julia Winkler, εκπρόσωπος της οργάνωσης Sea-Watch, χαρακτήρισε τη δικαστική δίωξη ως μια «συστηματική προσπάθεια παρεμπόδισης» των επιχειρήσεων διάσωσης. Παρά τις απειλές και τον κίνδυνο, το πλήρωμα συνεχίζει την αποστολή του, τονίζοντας πως η ευθύνη για τη διάσωση ζωών στη Μεσόγειο παραμένει επιτακτική. Από το 2014, περισσότεροι από 34.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους ή αγνοούνται στην προσπάθειά τους να διασχίσουν τη θάλασσα.