Μία αχτίδα ελπίδας διακρίνεται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ανακοίνωσε την ανάρρωση πέντε ασθενών που είχαν προσβληθεί από έναν σπάνιο και ιδιαίτερα επικίνδυνο τύπο του ιού Έμπολα. Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού, Tedros Adhanom Ghebreyesus, κατά την παρουσία του στα εγκαίνια νέου κέντρου περίθαλψης στην πόλη Bunia της επαρχίας Ituri, επιβεβαίωσε ότι τέσσερις ασθενείς αναμένεται να λάβουν εξιτήριο, ενώ ένας ακόμη επέστρεψε στο σπίτι του την Παρασκευή.
Η κατάσταση, ωστόσο, παραμένει κρίσιμη. Πρόκειται για τη 17η επιδημία που πλήττει τη χώρα, με το στέλεχος Bundibugyo να χαρακτηρίζεται από υψηλή θνητότητα, η οποία φτάνει έως και το 50% των μολυσμένων ατόμων. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει μέχρι στιγμής εγκεκριμένο εμβόλιο ή εξειδικευμένη θεραπεία καθιστά την αντιμετώπιση του ιού εξαιρετικά δύσκολη.
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα (MSF) εξέφρασαν τη βαθιά τους ανησυχία για τον ταχύτατο ρυθμό διασποράς του ιού, τονίζοντας πως πρόκειται για την πιο επιθετική εξάπλωση που έχει καταγραφεί ποτέ από την έναρξη μιας επιδημίας Έμπολα. Ο αναπληρωτής διευθυντής επιχειρήσεων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Alan Gonzalez, σημείωσε ότι οι περιορισμένες δυνατότητες διαγνωστικών ελέγχων δυσχεραίνουν περαιτέρω το έργο των ομάδων αντιμετώπισης.
Τα επίσημα στοιχεία είναι αποκαρδιωτικά, καθώς καταγράφονται περισσότεροι από 220 ύποπτοι θάνατοι και σχεδόν 1.000 ύποπτα περιστατικά. Επιπλέον, ο ιός έχει περάσει τα σύνορα με την Uganda, όπου έχουν αναφερθεί ήδη ένας θάνατος και εννέα κρούσματα.