Οι σχέσεις της Ουκρανίας με την Κίνα, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της, έχουν περάσει από «σαράντα κύματα» λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Από τη δεκαετία του ’90, η Κίνα στράφηκε στην Ουκρανία για πρώτες ύλες όπως ατσάλι, σιδηρομεταλλεύματα, καλαμπόκι και ηλιέλαιο, ενώ παράλληλα απέκτησε στρατιωτική τεχνολογία, από εξαρτήματα αεροσκαφών και κινητήρες ελικοπτέρων και τανκς, μέχρι τεχνολογίες για ραντάρ και αεριοστρόβιλους. Η πώληση του αεροπλανοφόρου Varyag το 1998, το οποίο μετατράπηκε στο πρώτο κινεζικό αεροπλανοφόρο Liaoning, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατιωτικο-βιομηχανικής συνεργασίας.
Ωστόσο, η πλήρης κλίμακα της ρωσικής εισβολής έχει ανατρέψει τις ισορροπίες. Σήμερα, η Κίνα φαίνεται να είναι αυτή που αποκομίζει τα περισσότερα οφέλη από τον ανταγωνισμό στους τομείς των drones, καθώς κινεζικά εξαρτήματα – κινητήρες, συστήματα ελέγχου πτήσης, μπαταρίες, θερμικές κάμερες και μονάδες πλοήγησης – αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η Κίνα θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο άμεσα, εάν ανέστελλε τις εξαγωγές αυτών των εξαρτημάτων, προς οποιαδήποτε πλευρά.
Παρά την εξάρτηση από κινεζικά εξαρτήματα, η Ουκρανία προσπαθεί να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή, αλλά κρίσιμα υλικά όπως τα άλατα λιθίου, οι μαγνήτες νεοδυμίου, τα τσιπ πλοήγησης και οι θερμικοί αισθητήρες, παραμένουν υπό κινεζική έλεγχο.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πώς θα επαναπροσδιοριστούν οι σχέσεις Ουκρανίας-Κίνας μετά τον πόλεμο. Το 2011, η επίσκεψη του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουκρανία είχε επισφραγιστεί με τη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας. Η Ουκρανία, με τη γεωγραφική της θέση και την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και τον Δούναβη, θεωρούνταν κεντρικός πυλώνας της πρωτοβουλίας Belt and Road. Ωστόσο, η φυγή του τότε προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς στη Ρωσία το 2014, η προσάρτηση της Κριμαίας και ο πόλεμος στην ανατολική Ουκρανία, οδήγησαν την Ουκρανία να «παγώσει» τις σχέσεις της με την Κίνα, θεωρώντας την κύριο υποστηρικτή της Ρωσίας.
Παρά την πολιτική ψύχρα, οι εμπορικές συναλλαγές παρέμειναν υψηλές, με τον όγκο εμπορίου το 2020 να ανέρχεται σε 15,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Κίνα συνεχίζει να εισάγει ουκρανικά σιτηρά, χάλυβα, λαχανικά, λάδι και σόγια, στηρίζοντας την ουκρανική οικονομία.
Μετά τον πόλεμο, η Ουκρανία θα πρέπει να ανασυγκροτήσει και να επεκτείνει τις σχέσεις της με την Κίνα, αναβαθμίζοντας τις υποδομές της, ιδιαίτερα λιμενικές, για να διευκολύνει την πρόσβαση της Κίνας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αύξηση των εξαγωγών ουκρανικού χάλυβα και τροφίμων, η πιθανή δημιουργία κινεζικών εργοστασίων συναρμολόγησης αυτοκινήτων και εργαλειομηχανών, καθώς και η απόκτηση δικαιωμάτων σε ορισμένα εμπορικά σήματα, αποτελούν πιθανές κατευθύνσεις.
Ειδικότερα, η Ουκρανία θα μπορούσε να αξιοποιήσει την εμπειρογνωμοσύνη της στη δημιουργία κοινών έργων σε τομείς όπως η αεροναυπηγική, η φαρμακοβιομηχανία και η πυρηνική ενέργεια. Η συμμετοχή της Ουκρανίας ως κόμβου και χώρας-γέφυρας σε ευρασιατικές εμπορικές διαδρομές, όπως ο «Ευρασιατικός Διάδρομος Στέπας», που συνδέει την Κίνα με τη Μαύρη Θάλασσα, θα μπορούσε να αποδειχθεί στρατηγικής σημασίας, επηρεάζοντας θετικά την ανάπτυξη αυτών των έργων και, κατά συνέπεια, μη ευνοώντας τη Ρωσία. Η διπλωματία της Ουκρανίας πρέπει να επανασυνδεθεί με την Κίνα και τον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο, αποτρέποντας την απώλεια σημαντικών ευκαιριών.