Η απόφαση του Προέδρου Σίριλ Ραμαφόζα να στείλει τον στρατό σε κοινότητες σε τρεις επαρχίες της Νότιας Αφρικής, με στόχο την αντιμετώπιση της έξαρσης της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών και των συμμοριών, προκαλεί ανάμεικτες αντιδράσεις. Παρά τις ανακοινώσεις, πολλοί κάτοικοι, ιδίως στις υποβαθμισμένες περιοχές, εκφράζουν σκεπτικισμό και ανησυχία για την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης.
Στο Mitchells Plain, μια από τις περιοχές που αναμένεται να επηρεαστεί από τη στρατιωτική επιχείρηση, τα σημάδια της κυριαρχίας συμμοριών όπως οι Hard Livings (HL) είναι εμφανή. Οι κάτοικοι, αντιμέτωποι εδώ και δεκαετίες με τη βία, φαίνονται αποστασιοποιημένοι από τις ειδήσεις, έχοντας συνηθίσει να ζουν υπό την απειλή. Ο Μάικλ Τζέικομπς, πρόεδρος τοπικού κοινοτικού φόρουμ ασφαλείας, περιγράφει μια πραγματικότητα όπου οι πυροβολισμοί είναι καθημερινοί, επηρεάζοντας τη ζωή των οικογενειών και των παιδιών. Πρόσφατα περιστατικά, όπως η δολοφονία τεσσάρων ατόμων, συμπεριλαμβανομένου ενός βρέφους, σε ένα άντρο ναρκωτικών, και η δολοφονία ενός ιμάμη κατά την έναρξη του Ραμαζανιού, υπογραμμίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Ο Πρόεδρος Ραμαφόζα ανακοίνωσε την ανάπτυξη του στρατού στην Δυτική Ακτή (Cape Flats), την Γκαουτένγκ (Gauteng) και την Ανατολική Ακτή (Eastern Cape), με σκοπό την καταπολέμηση της βίας των συμμοριών και της παράνομης εξόρυξης. Η απόφαση αυτή έρχεται μετά από πιέσεις από ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και το κόμμα Democratic Alliance (DA), το οποίο διαχειρίζεται την Δυτική Ακτή. Στην Γκαουτένγκ, οι περιοχές γύρω από τα εγκαταλελειμμένα ορυχεία έχουν μετατραπεί σε πεδία μάχης, ενώ η Ανατολική Ακτή έχει γνωρίσει μια σειρά δολοφονιών που συνδέονται με συστήματα εκβίασης.

Ωστόσο, πολλοί επικριτές βλέπουν την απόφαση ως ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα παρά ως ουσιαστική λύση, αμφισβητώντας την σοφία μιας τέτοιας δραστικής κίνησης σε μια χώρα με ιστορικό στρατιωτικής βίας και πρόσφατες κατηγορίες για διαφθορά στην αστυνομία. Αναλυτές, όπως ο Ράιαν Κάμινγκς, εκτιμούν ότι πρόκειται για μια προσπάθεια «να κλείσει μια πληγή που αιμορραγεί», αλλά τονίζουν την ανάγκη για κοινωνικές λύσεις. Ο Ιρβιν Κίννες, καθηγητής εγκληματολογίας, επισημαίνει τους συνταγματικούς περιορισμούς του στρατού και τον φόβο ότι η κυβέρνηση δεν έχει μάθει από προηγούμενες αποτυχίες. Αναφέρεται σε περιστατικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, όπου ο στρατός προκάλεσε θανάτους, υπογραμμίζοντας ότι η παρουσία του στρατού μπορεί να είναι «ένα επικίνδυνο πράγμα».

Ορισμένοι βλέπουν την κίνηση αυτή ως πολιτική τακτική ενόψει τοπικών εκλογών, τονίζοντας ότι η έκκληση για στρατό προέρχεται από πολιτικούς και όχι από την κοινότητα. Ο Πρόεδρος Ραμαφόζα, υπερασπιζόμενος την απόφασή του, προσπαθεί να διαχωρίσει τις ένοπλες δυνάμεις από το παρελθόν τους, τονίζοντας τον υποστηρικτικό ρόλο του στρατού και τους σαφείς κανόνες εμπλοκής. Ωστόσο, από το πεδίο, στρατιώτες εκφράζουν επιφυλάξεις, επικαλούμενοι την κακή συνεργασία με την αστυνομία, την οποία κατηγορούν για διαφθορά.