Η μητρική γλώσσα ως «κλειδί» για τη μάθηση αποτελεί το κεντρικό ζήτημα που απασχολεί μαθητές και αποφοίτους στην Κένυα. Ενώ η χρήση της μητρικής γλώσσας στην τάξη διευκολύνει την κατανόηση των εννοιών, η αγγλική γλώσσα παραμένει απαραίτητη για την ανώτερη εκπαίδευση και την επαγγελματική αποκατάσταση, δημιουργώντας μια έντονη εσωτερική σύγκρουση στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Η Lona Chepkemoi, 33 ετών και μητέρα πέντε παιδιών, βίωσε αυτή τη διαφορά στην πράξη. Επιστρέφοντας σε τεχνική σχολή το 2023, διαπίστωσε ότι η διδασκαλία στη γλώσσα Kalenjin, σε συνδυασμό με τα σουαχίλι και τα αγγλικά, της επέτρεψε να κατανοήσει μαθήματα που παλαιότερα της φαίνονταν απρόσιτα. «Όταν έφτασα στο κολέγιο, ένιωσα σαν στο σπίτι μου, γιατί η γλώσσα διδασκαλίας ήταν η μητρική μου», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Al Jazeera.
Η εμπειρία της δεν είναι μεμονωμένη. Σύμφωνα με εκθέσεις της UNESCO, περίπου το 40% των μαθητών παγκοσμίως δεν διδάσκεται σε γλώσσα που κατανοεί πλήρως, ποσοστό που στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος αγγίζει το 90%. Παρά την πολιτική της Κένυας που προβλέπει διδασκαλία στη μητρική γλώσσα μέχρι την τρίτη δημοτικού, στην πράξη οι αίθουσες διδασκαλίας επηρεάζονται συχνά από την κληρονομιά των αποικιακών συστημάτων, όπου τα αγγλικά κυριαρχούν.

Ο Philemon Tonui και ο Ismael Kiplang’at, επίσης απόφοιτοι της ίδιας σχολής, επιβεβαιώνουν ότι η ευελιξία των εκπαιδευτών να χρησιμοποιούν τοπικές γλώσσες τους έδωσε την αυτοπεποίθηση που χρειάζονταν. Ο Kiplang’at, εργαζόμενος πλέον ως κτίστης, τονίζει πως χωρίς αυτή την προσαρμοστικότητα δεν θα είχε καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ωστόσο, ο ίδιος αναγνωρίζει την ανάγκη για εξάσκηση στα αγγλικά, καθώς στοχεύει σε περαιτέρω σπουδές και εργασία στο εξωτερικό.

Ο Shadrack Tonui, εθνικός πρόεδρος της Ένωσης Τεχνικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Κένυας, εξηγεί ότι η πρόκληση έγκειται στην ισορροπία. «Η εκπαίδευση βασίζεται στα αγγλικά ως γλώσσα διδασκαλίας, αλλά κατανοούμε την ανάγκη για ευελιξία στις χαμηλότερες βαθμίδες», σημειώνει. Το ερώτημα που παραμένει, όπως αναρωτιέται ο Kiplang’at, είναι γιατί οι μαθητές στην Αφρική καλούνται να ανταγωνιστούν χρησιμοποιώντας μια ξένη γλώσσα, ενώ σε άλλα μέρη του κόσμου η διδασκαλία διεξάγεται στη μητρική γλώσσα των μαθητών.