Η πρόσφατη υπογραφή ενός μνημονίου κατανόησης 14 σημείων από τον Αμερικανό Πρόεδρο Donald Trump και τον Πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου Mohammad Bagher Ghalibaf σηματοδοτεί μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πολέμου 109 ημερών μεταξύ των δύο χωρών. Παρά τις προσπάθειες μεσολάβησης από το Πακιστάν και το Κατάρ, η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει ιδιαίτερα ασταθής.
Το μνημόνιο προβλέπει την άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ΗΠΑ στο Ιράν, με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, των οποίων το κλείσιμο προκάλεσε εκτόξευση των τιμών της ενέργειας παγκοσμίως. Παρά την υπογραφή της συμφωνίας στις 17 Ιουνίου 2026, οι αψιμαχίες συνεχίζονται, με πρόσφατες συγκρούσεις να αναφέρονται την Παρασκευή και το Σάββατο.
Αναλυτές, όπως ο Khalid al-Jaber, επισημαίνουν ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου (28 Φεβρουαρίου – 17 Ιουνίου 2026), εκτοξεύτηκαν περίπου 7.200 πύραυλοι, εκ των οποίων το 80% στόχευε πολιτικές υποδομές. Ο Nabil Khoury, πρώην διπλωμάτης των ΗΠΑ, τόνισε ότι η σύγκρουση αυτή ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής ισχύος, καθώς η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράστηκε αυτόματα σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα και τον Λίβανο, όπου η παρουσία μη κρατικών δρώντων με κατακερματισμένες δομές διοίκησης καθιστούσε τις εκεχειρίες αναποτελεσματικές, το μνημόνιο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αφορά δύο κράτη με σαφή ιεραρχία. Ωστόσο, η συμφωνία παραμένει «εύθραυστη», καθώς αποτελεί έναν συμβιβασμό μεταξύ των σκληροπυρηνικών του ιρανικού καθεστώτος και του ρεπουμπλικανικού Λευκού Οίκου, στοχεύοντας περισσότερο στη διαχείριση της οικονομικής και στρατιωτικής «οδύνης» παρά στην οικοδόμηση πραγματικής εμπιστοσύνης. Με το βλέμμα στραμμένο στο επόμενο εξάμηνο των διαπραγματεύσεων, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί μια «διαχειριζόμενη αντιπαλότητα» που ισορροπεί επικίνδυνα στο χείλος της αβύσσου.