Η παγκόσμια στρατιωτικοποίηση βρίσκεται σε τροχιά ραγδαίας ανόδου, με τις στρατιωτικές δαπάνες να φτάνουν το 2025 στο δυσθεώρητο ποσό των 2,88 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του SIPRI, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση 2,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, επιβαρύνοντας κάθε κάτοικο του πλανήτη με 350 δολάρια για αμυντικούς σκοπούς. Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες δεν αποτελούν απλώς έναν αριθμό, αλλά αντικατοπτρίζουν μια μετατόπιση των προτεραιοτήτων των κρατών, συχνά εις βάρος κρίσιμων τομέων όπως η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση.

Στην κορυφή της λίστας των δαπανών παραμένουν σταθερά οι ΗΠΑ, με 954 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που ξεπερνά το άθροισμα των αμυντικών προϋπολογισμών των επόμενων έξι χωρών μαζί. Ακολουθούν η Κίνα, η Ρωσία, η Γερμανία και η Ινδία. Η ανάλυση δείχνει πως από το 1949, οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει τουλάχιστον 53,5 τρισεκατομμύρια δολάρια για την άμυνα, καλύπτοντας πάνω από το μισό του παγκόσμιου συνόλου. Η ανοδική πορεία έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά το 2014, με την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία να αποτελεί σημείο καμπής που οδήγησε τα μέλη του NATO στην υιοθέτηση του στόχου δαπάνης 2% του ΑΕΠ για την άμυνα.

Παράλληλα, η μορφή του σύγχρονου πολέμου αλλάζει. Οι παραδοσιακές δυνάμεις συνδυάζονται πλέον με την τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα και τις υποδομές ψηφιακού πολέμου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας, το οποίο επενδύει σε συμβόλαια με εταιρείες όπως η OpenAI, η xAI και η Anthropic, ενσωματώνοντας τη γεννητική τεχνητή νοημοσύνη στο στρατιωτικό του οπλοστάσιο.

Ενώ 114 χώρες εξακολουθούν να επενδύουν περισσότερα στην υγεία από ό,τι στην άμυνα, η αυξανόμενη πίεση για εξοπλισμούς δημιουργεί νέα δεδομένα. Οι κορυφαίοι εξαγωγείς όπλων, με κυρίαρχες τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, τη Γαλλία, την Κίνα και τη Γερμανία, επωφελούνται από το διευρυμένο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, το οποίο συνεχίζει να απορροφά δισεκατομμύρια σε ιδιωτικά συμβόλαια.
